Αν όλο το παιχνίδι είχε να κάνει με το τι έγινε στο παρελθόν, τότε οι πιο πλούσιοι άνθρωποι θα ήταν βιβλιοθηκάριοι.  Warren Buffett, 1930- , Αμερικανός επενδυτής.

«Τον ρατσισμό και την ξενοφοβία μπορούμε να τα νικήσουμε, όταν έρθουμε κοντά με τον άλλον» λέει ο Θ. Σίδερης

13 Μαρτίου, 2024

  Το αβάσταχτο θέμα της ξενοφοβίας μελετάει ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης, ντοκιμαντερίστας και δημοσιογράφος Θωμάς Σίδερης στο νέο του δημιούργημα «Gas station ή τα περιστέρια της Λαχώρης» (2023), που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο 26ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

   Πρόκειται για ένα αποκαλυπτικό ντοκιμαντέρ για τη διαβίωση οικονομικών μεταναστών στην Αθήνα που βρίσκονται αντιμέτωποι με τον ρατσισμό και την ξενοφοβία. «Οι ιστορίες των ηρώων μου δεν είχαν κάτι ξεχωριστό, τρεις τυπικές ιστορίες μεταναστών που ήρθαν να εργαστούν στην Ελλάδα ως οικονομικοί μετανάστες διασχίζοντας χιλιάδες χιλιόμετρα. Ο ένας εξ’ αυτών μάλιστα ήρθε στη χώρα μας ως ανήλικος πρόσφυγας» εξηγεί, μιλώντας στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο Θωμάς Σίδερης.

   Οι παράλληλες ιστορίες τεσσάρων Πακιστανών μεταναστών στην Ελλάδα δίνουν την αφορμή στον σκηνοθέτη να αναψηλαφήσει παράλληλα την ιστορία του πατέρα του, ο οποίος ήταν εργάτης στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Περάματος. «Οι ιστορίες τους ξεκλείδωσαν μέσα μου ένα σεντούκι» λέει ο δημιουργός του ντοκιμαντέρ και τονίζει πως τον έκαναν να συνειδητοποιήσει την ιστορία του πατέρα του, εργάτη ηλεκτροσυγκολλητή-αμμοβολιστή στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη του Περάματος.

   «Άρρωστος πια από πνευμονική ίνωση, την “αρρώστια της σκουριάς”, όταν προσπάθησε να πάρει τη δεκαετία του ’70 μια μικρή αναπηρική σύνταξη βρέθηκε σε αδιέξοδο αφού οι εργοδότες του δεν του κολλούσαν όλα τα ένσημα και τον εκβίαζαν για να του δίνουν μεροκάματο» αφηγείται ο Θωμάς Σίδερης και συνεχίζει: «Σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα, οι ήρωές μου βίωναν την ίδια ακριβώς πραγματικότητα. Ο πατέρας μου όμως δεν έγινε ποτέ μετανάστης, μάλιστα δεν μετακινήθηκε καθόλου στη ζωή του, η Ζώνη, με το λεωφορείο ήταν περίπου δέκα λεπτά από το σπίτι μας, και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στα ναυπηγεία Περάματος».

   Στο φόντο του νέου ντοκιμαντέρ του Θωμά Σίδερη βρίσκεται ένα πολύνεκρο ναυάγιο, το κολαστήριο των μεταναστών στη Λιβύη και ένα έγκλημα (πιθανότατα ρατσιστικό) που διαπράττεται κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Ο σκηνοθέτης έζησε πλέον ως κοντινός φίλος την απώλεια των συγγενών των ηρώων του. «Οι ζωές των ηρώων μου αλλά και η ταινία έλαβαν δραματική τροπή, όταν έγινε το ναυάγιο της Πύλου κατά τη διάρκεια της κινηματογράφησης. Ο Αλί, ο Αντίλ και ο Μοχάμαντ έχασαν μέσα σε μία νύχτα αδέλφια, παιδικούς φίλους, γνωστούς από το χωριό τους και από διπλανά χωριά. Έζησα μαζί τους την αγωνία, τι θα πουν στους δικούς τους, πώς θα τους παρηγορήσουν. Ο πατέρας του Αντίλ πέθανε μετά από δέκα μέρες από ασιτία, όταν έμαθε ότι ο γιος του είναι νεκρός. Οι γονείς του Αλί Χασάν αρνούνται ακόμη και σήμερα να αποδεχτούν ότι ο γιος τους, Φαχάντ Αλί, δεν ζει και ζητούν από τον μεγάλο γιο τους να κάνει τα αδύνατα δυνατά και να τον βρει» εξιστορεί ο Θωμάς Σίδερης, τονίζοντας ότι όλα σενάρια των έργων αλλά και της ζωής μπορούν να αλλάξουν από τη μια στιγμή στην άλλη.

   Γι’ αυτό, ο Σίδερης, με το νέο του έργο ήθελε να μοιραστεί με τους ήρωές του τον πόνο της απώλειας που είναι πάντα κοινός. «είτε οι άνθρωποι ζουν στην Αμφιάλη, που ζούσε και ο πατέρας μου είτε στη Λαχώρη» Επίσης, όπως λέει, «η εκμετάλλευση των φτωχών ανθρώπων είναι κοινή. Ο πατέρας μου αν και λευκός, χριστιανός και ντόπιος, ήταν επίσης θύμα εκμετάλλευσης από τους εργοδότες του» τονίζει.

   Για οκτώ μήνες, ο Θωμάς Σίδερης έζησε μαζί με τους ήρωές του. «Έφαγα μαζί τους τα φαγητά που μαγειρέψαμε παρέα και φτιάξαμε πακιστανικό τσάι. Άρχισα να καταλαβαίνω την κουλτούρα τους, να συνομιλώ με τις οικογένειές τους, άρχισαν και εκείνοι να με εμπιστεύονται. Οι ήρωες της ταινίας δούλεψαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στους δρόμους, καθαρίζοντας στα φανάρια τα τζάμια των αυτοκινήτων. Οι αόρατοι άνθρωποι άρχισαν σιγά σιγά να γίνονται ορατοί γύρω μου» λέει ο σκηνοθέτης.

   «Το πιο σημαντικό όμως μήνυμα της ταινίας είναι», υπογραμμίζει, «ότι τον ρατσισμό και την ξενοφοβία μπορούμε να τα νικήσουμε, όταν έρθουμε κοντά με τον άλλον, όταν καθίσουμε και μιλήσουμε, ακόμα και αν δεν έχουμε κοινή γλώσσα, όταν φάμε παρέα, όταν θρηνήσουμε μαζί».

   Σοφία Προκοπίδου