Συνήθως, τα φοβερά πράγματα που γίνονται με το πρόσχημα ότι τα απαιτεί η πρόοδος, στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου πρόοδος, αλλά απλώς φοβερά πράγματα. Russell Baker, 1925- , Αμερικανός δημοσιογράφος

Το βιβλίο της Ανί Ερνό «Η εμμονή», μικρή εποποιία της ζήλειας

20 Απριλίου, 2024

Κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς κυκλοφόρησαν από το Μεταίχμιο δύο βιβλία της πολυδιαβασμένης στην Ελλάδα και στη Γαλλία Ανί Ερνό (Anni Ernaux, Νόμπελ Λογοτεχνίας 2022), σε μετάφραση Ρίτας Κολααΐτη. Στη «Ντροπή» ο συγγραφικός στόχος είναι η αποσπασματική πλην λεπτομερής ανατομία του οικογενειακού και του κοινωνικού περιβάλλοντος της γαλλικής επαρχίας κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε θα παρακολουθήσουμε τη λατρεία μιας νεαρής γυναίκας ενόσω μεγαλώνει για τα ρούχα και τα στολίδια. Οτιδήποτε επιλέγει από τον χθαμαλό περίγυρό της, όλες οι επιθυμίες της και η έκφρασή τους, σκοπεύουν να απαλείψουν το τραύμα της απόπειρας δολοφονίας εις βάρος της σε σχέση με τον ακατάπαυστο αγώνα της να ξεφύγει, να απαλλαγεί, από την κοινωνική της μοίρα. Στο «Πάθος» η νεαρή γυναίκα έχει μετατραπεί σε ώριμη κυρία, τρελά ερωτευμένη με έναν ξένο. Εν μέσω των διεθνών πολιτικών γεγονότων της δεκαετίας του 1990, μεταξύ των οποίων η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, η αφήγηση θα κατακλυστεί από ένα εμπύρετο άθροισμα συγκεχυμένων αισθημάτων με μοναδικό σταθερό κέντρο αναφοράς τον πόθο για σαρκική ένωση: μια εξαντλητική γεωγραφία του ανδρικού σώματος, σε συνδυασμό με τη διαρκή αγωνία για την πιθανή εγκατάλειψη, την ατελείωτη δοτικότητα (ως άλλη όψη της εσωτερικής καλλιέργειας της φιλαρέσκειας), την προθυμία για υποδούλωση, τον θυμό και την αγανάκτηση λόγω της αύξουσας εξάρτησης, τις μάταιες μάχες για απεξάρτηση και, εν κατακλείδι, την άφατη οδύνη του χωρισμού και τον μετασχηματισμό της ερωτικής ιστορίας σε λογοτεχνία.

Σε ανάλογη κατάσταση θα συναντήσουμε και την ηρωίδα της «Εμμονής», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από το Μεταίχμιο, σε μετάφραση και πάλι της Κολααΐτη, η οποία έχει σίγουρα κάνει μεταφραστικά θαύματα – και όχι μόνο με την Ερνό. Ο πολιτικός και ο συλλογικός περίγυρος είναι πολύ αχνός πλέον ενώ η πρωταγωνίστρια ζει εκ νέου μια απομάκρυνση, αυτή τη φορά από κάποιον με τον οποίο μολονότι έχουν χωρίσει κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας (σαν να τον έχει βαρεθεί πια, σαν να πλήττει υπέρ το δέον μαζί του), αρχίζει να τον επιθυμεί σφοδρά όταν της ανακοινώνει πως έχει προχωρήσει σε καινούργια σχέση. Η ηρωίδα δεν θα συναντήσει ποτέ την ανταγωνίστριά της μια και ο παλαιός εραστής θα αρνηθεί να πει ακόμα και το όνομά της. Παρόλα αυτά, η άγνωστη γυναίκα αποκτά ημέρα με την ημέρα τεράστιο βάρος στον νου και στη συνείδησή της: τη βλέπει παντού μπροστά της στον δρόμο, βασανίζεται από επίμονες εικασίες για την προσωπικότητα, το επάγγελμα και την εμφάνισή της, σκέφτεται ακατάπαυστα τις σεξουαλικές της κινήσεις με το κορμί του πρώην συντρόφου και φτάνει στο τέλος να τη μισήσει με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Κάθε ταμπού και συμφωνημένος περιορισμός του σύγχρονου πολιτισμού θα πάνε περίπατο μαζί με την οποιαδήποτε αίσθηση αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού – κι ας είναι η πρωταγωνίστρια μια καλλιεργημένη γυναίκα με κοινωνικό κύρος και ευρεία αναγνώριση, κι ας σέρνει μαζί της έναν πολυετή γάμο, τον οποίο και διέλυσε εις τα εξ ων συνετέθη προτού δημιουργήσει τον δεσμό για την απώλεια του οποίου θρηνεί τώρα απαρηγόρητη. Θα μπορούσε να βρίσει δημοσίως την ανταγωνίστριά της με τον χειρότερο τρόπο, θα μπορούσε ακόμα και να τη σκοτώσει δίχως την παραμικρή ενοχή.

Η Ερνό γράφει με μικρές, κοφτές και αντιδραματικές φάσεις, επινοώντας μια σειρά ακαριαίων και πολύ ζωντανών εικόνων και αντιδράσεων. Εικόνες και αντιδράσεις που μας προκαλούν -κακά τα ψέματα- ένα ισχυρό αίσθημα συνταύτισης ανεξαρτήτως φύλου. Μια χαμηλότονη (μόλις να βγαίνει η φωνή) εποποιία του φθόνου και της ζήλειας (άκρως σημαντική η συμμετοχή της μετάφρασης στη συγκινησιακή ανταπόκριση του αναγνώστη).

Θα υπάρξει άραγε σωτηρία; Θα αφήσει κάποτε πίσω της η πρωταγωνίστρια τον πύρινο κύκλο της ζήλειας; Μα, και βέβαια: με αφάνταστο κόπο, με πλήθος υπαναχωρήσεις, με τόνους θλίψης και μελαγχολίας, αλλά θα το καταφέρει. Μοίρα του έρωτα είναι να φθίνει και εν τέλει να χάνεται. Μένει, όπως και στο «Πάθος», η καταγραφή του στο χαρτί, η μεταμόρφωσή του σε αφήγηση και λογοτεχνία. Με τη διαφορά πως σε αυτή την περίπτωση -το ξέρουμε όλοι καλά- δεν θα έχει απομείνει ούτε στάλα από το ζωογόνο φίλτρο και την αλλοτινή του δόξα.

 

B. Χατζηβασιλείου