Δεν μπορούμε να υποστηρίζουμε την ελεύθερη οικονομία με το επιχείρημα ότι είναι ωφέλιμη για τις επιχειρήσεις. Μπορούμε να την υποστηρίζουμε μόνο με το επιχείρημα ότι είναι ωφέλιμη για την κοινωνία. Peter Drucker, 1909-2005, Αυστριακός γκουρού του management

Στα γήπεδα η ελληνική λογοτεχνία αναστενάζει

16 Μαρτίου, 2024

Μπορούν άραγε το ποδόσφαιρο και η λογοτεχνία να συναντηθούν κάπου – και επιπλέον να συνυπάρξουν; Πριν από αρκετά (όχι λίγα) χρόνια, η διάχυτη πεποίθηση για ένα κοινό που θεωρούσε τον εαυτό του άξιο για να μπει στις επάλξεις της καθημερινής πολιτικής σκέψης και της αναγνωρισμένης κουλτούρας (ψηφοφόροι της Αριστεράς, καλλιτέχνες, συγγραφείς, διανοούμενοι και πολίτες γενικώς υποψιασμένοι) ήταν πως το ποδόσφαιρο αποτελεί μαζικό θέαμα, συνδεδεμένο με τη νοοτροπία του τυφλού οπαδού, με την αλόγιστη βία και με την προκλητική έλλειψη παιδείας και κρίσης. Προσωπικά θυμάμαι πως ήδη από τη δεκαετία του 1980 η νοοτροπία αυτή είχε αρχίσει να αλλάζει ριζικά: ποιητές, δοκιμιογράφοι, προσωπικότητες της Αριστεράς και πρόσωπα της τέχνης δεν δίσταζαν να διακηρύξουν προς κάθε κατεύθυνση ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να διακριθεί για το συλλογικό του πνεύμα, να ενθαρρύνει το συναίσθημα του συνανήκειν και της κοινότητας, να αναδείξει σπάνιες ατομικές δεξιότητες, καθώς και να εμφυσήσει μια διάθεση για ψυχωμένη δύναμη και ελευθερία. Η μελέτη του Δημήτρη Κόκορη «Άθλημα ή αθλιότης; Το ποδόσφαιρο και η φιλοσοφία του στη νεοελληνική λογοτεχνία του εικοστού αιώνα», που μόλις κυκλοφόρησε από το Πεδίο, αποδεικνύει πόσο διαφορετικά δείχνουν σήμερα τα πράγματα αφενός για τη δημόσια εικόνα του ποδοσφαίρου και αφετέρου για την αντίληψή μας ως προς τους δεσμούς της μπάλας με τη λογοτεχνία εν γένει και με την ελληνική λογοτεχνία ειδικότερα. Και δεν είναι ασφαλώς τυχαίο πως ο συγγραφέας, άξιος ακαδημαϊκός δάσκαλος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, με πλήθος δημοσιεύματα και φιλολογικές εργασίες στο ενεργητικό του, αλλά και διεισδυτικός κριτικός λογοτεχνίας, δεν θέλει να κρύψει και την άλλη ιδιότητά του: ορκισμένος ποδοσφαιρόφιλος.

Έχει (είναι δυνατόν να έχει) το ποδόσφαιρο φιλοσοφία, κι αν έχει πώς θα τη συσχετίσουμε με τη λογοτεχνία; Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο μελετητής, η ποδοσφαιρική φιλοσοφία ταυτίζεται με τη χαρά, με την ανάταση και με το κλίμα ομαδικής δράσης, όπως τα είδαμε και προεισαγωγικά, μαζί με τη συνείδηση πως το παιχνίδι προϋποθέτει εξίσου και αναφαίρετα τα δύο αντίπαλα τέρματα (υπάρχω χάρη στον άλλον και ο άλλος υπάρχει επειδή έχει εμένα απέναντί του). Όσο για τα ποδοσφαιρικά κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα (ποίηση, διήγημα και μυθιστόρημα), είναι κείμενα τα οποία δεν ανασύρονται στο βιβλίο τραβηγμένα από τα μαλλιά, επειδή η ακαδημαϊκή τσιμπίδα επιδιώκει να αποδείξει σώνει και καλά την αισθητική αξία των επιλογών της, αλλά, αντίθετα, έχουν ριζώσει δικαίως στη νεότερη λογοτεχνική ιστορία και έχουν διαγράψει εκ παραλλήλου τη δική τους σημαντική ιστορία.

 

 

Το σωτήριον έτος 1937 φαίνεται πως αποτελεί το σημείο εκκίνησης για τη νεοελληνική λογοτεχνία της μπάλας, όπως έχει υποδείξει έτερη ερευνήτρια, η Σωτηρία Σταυρακοπούλου (στη μελέτη της «Η εισαγωγή του ποδοσφαίρου στη λογοτεχνία μας»), με το μυθιστόρημα «Eroica» του Κοσμά Πολίτη και με τη μετάφραση (από τον Γιώργο Δέλιο) μιας μονόπρακτης ιταλικής κωμωδίας, που παρουσιάστηκε από τον χρονογράφο Πωλ Νορ ως καβαφική παρωδία. Παίρνοντας από εδώ τη σκυτάλη ο Κόκορης υπογραμμίζει πως η λογοτεχνική γενιά του 1930 δεν εμπιστευόταν ιδιαιτέρως το ποδόσφαιρο και πως η παρουσία του αθλήματος αρχίζει να πυκνώνει στη λογοτεχνία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με πρωτοστατούντες τους ποιητές. Θα βρούμε εν προκειμένω, από την πρώτη μεταπολεμική γενιά, και πριν και πάνω απ’ όλους, τον Μανόλη Αναγνωστάκη, αλλά και τον Άρη Δικταίο (όχι ακριβώς για ποδοσφαιρικούς λόγους), ενώ από τη γενιά του 1970, την τρίτη μεταπολεμική γενιά, θα γνωριστούμε με τον Γιώργο Μαρκόπουλο, με τον Νάσο Βαγενά και με τον Γιάννη Βαρβέρη, και από τη γενιά του 1980 με τον Δημήτρη Χουλιαράκη. Ο Κόκορης ξεκαθαρίζει ότι ποδοσφαιρική ποίηση δεν σημαίνει και ποδοσφαιρόφιλη πίστη. Το ποδόσφαιρο μπορεί να ενθουσιάζει και να συγκινεί, μπορεί, όμως, και να προσφέρει με τη γλώσσα και τις εικόνες του το σκηνικό για να εκφραστούν ο έρωτας, το άγχος της φθοράς και του θανάτου ή η θλίψη για όσα έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί. Και να πώς η φιλοσοφία του ποδοσφαίρου θα αγκαλιάσει, ακόμα κι αν πρέπει να φτάσει στους αντίποδες των γραμμών της, την ποίηση.

Αφού περάσουμε από το δοκίμιο, μέσα από τον Κωστή Παπαγιώργη και τον Σωτήρη Κακίση, μπορούμε να πάμε και στο διήγημα (όλες οι γενιές) με τον Τόλη Καζαντζή, τον Αλμπέρτο Ναρ, τον Βασίλη Τσιαμπούση και τον Θοδωρή Γκόνη, ή και στο μυθιστόρημα με τον Μένη Κουμανταρέα (μολονότι οι πάντες, φίλοι και εχθροί του ποδοσφαίρου, ειδήμονες και άσχετοι, βεβαιώνουν πως από ποδόσφαιρο δεν σκάμπαζε γρυ).

Οι μεταπολεμικοί και οι μεταπολιτευτικοί πεζογράφοι θα αποκαλύψουν, όπως και οι ομόλογοι ποιητές, άλλοτε τη μελαγχολία και άλλοτε την ευδία του ποδοσφαίρου, ο Κόκορης, ωστόσο, δεν σπεύδει να παραλείψει και τους εχθρικά διακείμενους. Από την ποίηση (ανάκατα οι γενιές) τον Γιώργο Σεφέρη, τον Ασημάκη Πανσέληνο, τον Γ. Θ. Βαφόπουλο, τον Χρίστο Λάσκαρη, τον Μιχάλη Γκανά και τον Μίμη Σουλιώτη και από την πεζογραφία (οι παλαιότεροι μεταπολεμικοί) τον Τηλέμαχο Αλαβέρα και τον Κώστα Χατζηαργύρη. «Εχθρικά διακείμενοι» δεν σημαίνει τόσο εχθροί όσο καχύποπτοι. Καχύποπτοι για τη βία, τη μαζικότητα και τον ισοπεδωτικό ομαδισμό του ποδοσφαίρου, αντλώντας από μια αντίστοιχη δεξαμενή και τα επικριτικά και αρνητικά τους (κοινωνικά και υπαρξιακά) σύμβολα. Και από κοντά, οι στίχοι του τραγουδιού και οι ερμηνευτές του: από Μπιθικώτση και Μανώλη Αγγελόπουλο μέχρι Λουκιανό Κηλαηδόνη.

Ο Κόκορης ψάχνει με κέφι και χιούμορ το θέμα του, εκφράζει ευγενικά την κατανόησή του για εκείνους που δυσφορούν με την μπάλα, διευκρινίζει πως στην οπτική της λογοτεχνικής επάρκειας και αρτιότητας, που είναι η λογική του βιβλίου του, χωρούν όλοι οι καλλιτεχνικά ενγρήγοροι, οργανώνει προσεκτικά και σε βάθος τα ερμηνευτικά του σχήματα και τις λογοτεχνικές του κατηγορίες, χρησιμοποιεί σοφά την ποιητική του τεχνογνωσία και τη θεωρία της λογοτεχνίας και, πρωτίστως, ξεδιπλώνει μπροστά μας έναν ανίδωτο μέχρι τώρα χάρτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Θα κλείσω με τη δική του ακροτελεύτια παρότρυνση: ας μη χάσουμε με την ποδοσφαιρική λογοτεχνία όσο χρόνο και όση ουσία χάσαμε με την παρατεταμένη παραγνώριση της αστυνομικής λογοτεχνίας. Ας μη λησμονήσουμε επίσης τα επιτεύγματα της σύγχρονης βρετανικής και ισπανικής ποδοσφαιρικής λογοτεχνίας κι ας λογαριάσουμε έγκαιρα μαζί τους και τα δικά μας.

 

 

Β. Χατζηβασιλείου