Ο μέσος άνθρωπος πιστεύει πρώτα σε κάτι και μετά ψάχνει αποδείξεις για να υποστηρίξει την άποψή του. - Elbert Hubbard, 1856-1915 , Αμερικανός συγγραφέας

Σ. Διαμαντίδης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: Το ελληνικό τρόφιμο αντέχει στις γεωπολιτικές αναταράξεις

14 Μαΐου, 2024

Ανθεκτικότητα στις δυσμενείς γεωπολιτικές συνθήκες, είτε αυτές αφορούν τον πόλεμο στην Ουκρανία είτε τις επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα, επιδεικνύουν οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων και ποτών, οι οποίες σημείωσαν σημαντική άνοδο ιδίως μετά το 2020, όπως προκύπτει από όσα επισημαίνει σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων-ΣΕΒΕ, Συμεών Διαμαντίδης. «Παρά τις δυσμενείς γεωπολιτικές συνθήκες, οι οποίες έχουν αποκλείσει αγορές από τους Έλληνες εξαγωγείς, όπως η ρωσική, αλλά και εμπορικούς δρόμους, όπως η Ερυθρά θάλασσα, κάνοντας τη μεταφορά πιο ακριβή, παρατηρήσαμε ανθεκτικότητα στην ανάπτυξη των εξαγωγών του κλάδου τροφίμων και ποτών. Οι εξαγωγές του κλάδου αναπτύχθηκαν τόσο το 2022 -με τη συνολική τους αξία να αυξάνεται από 6,7 δισ. σε 8,1 δισ. ευρώ- όσο και το 2023, καταλήγοντας στα 9,1 δισ. ευρώ. Η δε ελκυστικότητα της ευρωπαϊκής αγοράς αυξήθηκε, κυρίως λόγω του υψηλού κόστους θαλάσσιων μεταφορών, με το μερίδιο εξαγωγών τροφίμων και ποτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση να αυξάνεται από 68% το 2019 στο 72% το 2023» σημειώνει ο κ.Διαμαντίδης. 

Στο αντίστοιχο ερώτημα για το πώς επηρέασαν οι γεωπολιτικές συνθήκες γενικά τις ελληνικές εξαγωγές (όχι μόνο των τροφίμων), δεδομένου του αντικτύπου τους στις αλυσίδες των logistics, απαντά: «Τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες εξαγωγείς έχουν κληθεί να αντιμετωπίσουν σημαντικά εμπόδια στην ελεύθερη μετακίνηση προϊόντων στη διεθνή αγορά. Παρά τις αρνητικές προβλέψεις για την εμπορική δραστηριότητα της χώρας μας, παρατηρήσαμε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Το 2022, μετά από την κρίση της πανδημίας και κατά την αρχή του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, οι εξαγωγές προϊόντων της Ελλάδας σε αξία εκτινάχτηκαν στα 55,7 δισ. ευρώ, από τα 39,9 δισ. ευρώ το 2021, καταρρίπτοντας κάθε ιστορικό ρεκόρ. Το 2023, οι επιθέσεις των Χούθι σε συνδυασμό με την ενεργειακή κρίση, κατέστησαν τις μεταφορές αγαθών εξαιρετικά ακριβές, αναγκάζοντας πολλές επιχειρήσεις να αλλάξουν τις επιλογές τους. Ωστόσο, η προσαρμογή των ελληνικών επιχειρήσεων στα νέα δεδομένα ήταν επιτυχημένη, με την συνολική αξία των ελληνικών εξαγωγών προϊόντων να ανέρχεται στα 50,4 δισ. ευρώ για το 2023».

Με άλλα λόγια, τα ελληνικά τρόφιμα εξακολουθούν να βρίσκουν τον δρόμο τους προς τις αγορές του εξωτερικού, παρά τις δυσμενείς συνθήκες. Πόσο προβεβλημένη είναι όμως σήμερα η θέση τους στα ράφια των σούπερ μάρκετ του εξωτερικού; Τα ελληνικά τρόφιμα, σημειώνει ο κ.Διαμαντίδης, κατέχουν πλέον αξιοσημείωτη θέση στα ράφια των σούπερ μάρκετ στο εξωτερικό, με τη δημοτικότητά τους να αυξάνεται σταθερά, συνεπικουρούμενη και από τη θετική φήμη της ελληνικής κουζίνας. «Οι καταναλωτές αναζητούν όλο και περισσότερο ετικέτες “made in Greece”, ιδιαίτερα σε κατηγορίες όπως το ελαιόλαδο, το γιαούρτι, το μέλι και το τυρί φέτα, μιας και αυτά τα προϊόντα φημίζονται για την αυθεντική γεύση, την υψηλή ποιότητα και τις παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής τους» εξηγεί. 

Ποιο έτος έγινε η μεγάλη «έκρηξη» στις ελληνικές εξαγωγές τροφίμων και ποιος παράγοντας συνετέλεσε στο να συμβεί αυτό; «Η σημαντική άνοδος των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων σημειώθηκε το 2020, αύξηση η οποία αποδόθηκε σε μεγάλο βαθμό στην παγκόσμια ζήτηση για υγιεινά και αυθεντικά μεσογειακά προϊόντα, με το ελληνικό ελαιόλαδο, το τυρί φέτα, το γιαούρτι, το μέλι και τις ελιές να πρωτοστατούν ως προϊόντα- ναυαρχίδες. Ταυτόχρονα και τα φρούτα κατέχουν υψηλή θέση στις ελληνικές εξαγωγές. Η Μακεδονία συμβάλλει ουσιαστικά σε αυτήν την εξαγωγική επιτυχία. Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας κατέχει το δεύτερο μεγαλύτερο μερίδιο εξαγωγών της χώρας μας (στον κλάδο) και οι περιφέρειες Ανατολικής Μακεδονίας- Θράκης και Δυτικής Μακεδονίας, κατέχουν την έκτη και έβδομη θέση αντίστοιχα. Η Μακεδονία παράγει μεγάλο ποσοστό αυτών των εμβληματικών προϊόντων, συμβάλλοντας σημαντικά στην εξαγωγική ισχύ της Ελλάδας στη βιομηχανία τροφίμων, με σταθερά ανοδική πορεία στη πάροδο του χρόνου» απαντά ο κ.Διαμαντίδης. 
Οι σύμμαχοι των Ελλήνων εξαγωγέων στις αγορές της Ασίας

Κατά καιρούς έχουν γίνει προσπάθειες για αύξηση των ελληνικών εξαγωγών σε χώρες με αχανές μέγεθος και πολλές ιδιαιτερότητες, όπως η Κίνα, με την ταχύτατα ανερχόμενη μεσαία τάξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ελληνικό ελαιόλαδο, που σε πολλές περιπτώσεις «πλασαρίστηκε» στην κινεζική αγορά και ως καλλυντικό. Σε άλλες αγορές της Ασίας, όπως η Ιαπωνία, οι καταναλωτές έχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις ακόμα και για το σχήμα των φρούτων και λαχανικών. Οι αγορές αυτές είναι παραδοσιακά «δύσκολες». Πώς κινούνται οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων σε τέτοιες περιοχές; «Οι αγορές της Ασίας χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερες, λόγω των σημαντικών διαφορών στην κουλτούρα τους, καθιστώντας την προσαρμογή των εξαγωγέων πολύ δύσκολη και ακριβή. Η επιτυχημένη προώθηση των προϊόντων τροφίμων και ποτών, τα οποία από πολλούς χαρακτηρίζονται ως προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας ή πολυτελείας, καθώς και η όλο και αυξανόμενη φήμη της μεσογειακής κουζίνας έχουν υπάρξει οι σύμμαχοι των Ελλήνων εξαγωγέων, οι οποίοι έχουν καταφέρει να εισέλθουν στις αγορές αυτές και να επεκτείνουν το εύρος των εξαγωγών τροφίμων και ποτών» υπογραμμίζει ο πρόεδρος του ΣΕΒΕ.  
Ποιες νέες αγορές έχει «ξεκλειδώσει» τα τελευταία χρόνια το ελληνικό τρόφιμο και ποιοι είναι οι στόχοι για την επόμενη πενταετία; Πόσο πιθανό είναι το ενδεχόμενο οι εξαγωγές του κλάδου προς τρίτες χώρες να «ισοφαρίσουν» σταδιακά εκείνες προς την ΕΕ; «Στον ΣΕΒΕ θεωρούμε πως ο σημαντικότερος στόχος της Ελλάδας είναι να διατηρήσει και πιθανότατα ν’ αναπτύξει τις ήδη υπάρχουσες εμπορικές συνεργασίες με τις τρίτες χώρες. Το ενδεχόμενο να εξάγονται αγαθά και υπηρεσίες σε ίδιο ποσοστό τόσο την Ευρώπη όσο και στην Ασία είναι αρκετά απίθανο. Για να γίνει κάτι τέτοιο θα έπρεπε πρώτα να δημιουργηθούν οι απαραίτητες συνθήκες για αυτή τη ραγδαία ανάπτυξη του εμπορίου με τρίτες χώρες, μέσω του σωστού μάρκετινγκ και της αποτελεσματικής προώθησης των ελληνικών προϊόντων στις χώρες αυτές, καθώς και να υπάρξουν διαχρονικά ευνοϊκές συνθήκες και σταθερότητα στη διεθνή αγορά, για να μπορέσει να διατηρηθεί το εμπόριο αυτό. Το αντίθετο φαινόμενο βιώσαμε τα τελευταία χρόνια, όπου οι δυσμενείς παγκόσμιες συνθήκες ανάγκασαν πολλές επιχειρήσεις να στραφούν στην ευρωπαϊκή αγορά» λέει ο κ.Διαμαντίδης. 

Πόσες επιχειρήσεις τροφίμων έχουν μέχρι σήμερα λάβει το συλλογικό σήμα «Macedonia the GReat» και ποιες κατηγορίες προϊόντων υπερτερούν; Σύμφωνα με τον κ.Διαμαντίδη, μέχρι στιγμής 50 επιχειρήσεις έχουν λάβει την άδεια χρήσης του ευρωπαϊκού συλλογικού σήματος του ΣΕΒΕ «Macedonia the GReat». Η μεγαλύτερη κατηγορία είναι αυτή των φρούτων και λαχανικών.

Αλεξάνδρα Γούτα

φωτ.αρχείου