Η φήμη ενός ανδρός είναι όπως η σκιά του. Γιγαντιαία όταν προηγείται αυτού και πυγμιαία όταν έπεται.Ταλεϋράνδος, 1754-1838, Γάλλος Υπουργός Εξωτερικών

Παρουσίαση βιβλίου του Θ. Τριαρίδη στην ΔΕΒΘ

16 Μαΐου, 2024

Τα εγκλήματα γίνονται μέσα στους αιώνες και το Ολοκαύτωμα ήταν το εμφατικό έγκλημα του δυτικού κόσμου, αλλά αυτά τα εγκλήματα όσο σιωπούμε τόσο θα πολλαπλασιάζονται. Με τα λόγια αυτά ο συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης, προσπάθησε να εξηγήσει το σχήμα που τον οδήγησε στη συγγραφή του βιβλίου «Εμείς θα ανεβάσουμε τους ανθρώπους στα τρένα για επερχόμενο Άουσβιτς. Κείμενα, ομιλίες και συνεντεύξεις για το Ολοκαύτωμα (2004-2019)», που παρουσιάστηκε απόψε στο πλαίσιο των παράλληλων εκδηλώσεων της 20ής Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης. 

«Αυτό το βιβλίο ξεκινάει από μια παλιά εικόνα για μένα, τη διήγηση του πατέρα μου, ο οποίος το καλοκαίρι του 1943, πέρασε έξω από το στρατόπεδο Χιρς με έναν ξάδελφό του -ήταν τότε 12 χρονών ο πατέρας μου, που δεν ζει πια- και είδαν με την άκρη του ματιού τους τούς Εβραίους να είναι στοιβαγμένοι στο Χιρς, το οποίο σήμερα δεν το έχουμε οριοθετημένο, είναι αδιευκρίνιστο το ακριβές σημείο του στρατοπέδου, μέσα σε αυτό το ιδιότυπο χάος της μνήμης της Θεσσαλονίκης. Πηγαίνανε στο Καλοχώρι για να ψαρέψουνε και με την άκρη του ματιού του είδε τους Εβραίους και είπε: “ Τους είδαμε, εκεί πέρα ήτανε”. Μετά που μελέτησα πάρα πολύ αναλυτικά το Ολοκαύτωμα, αν ήταν Ιούλιος μήνας, ήτανε κάπου από το 13ο έως το 16ο τρένο. Από τις 15 Μαρτίου μέχρι τις 29 Αυγούστου του 43 φύγανε δεκαεννιά τρένα, κάτι λιγότερο από 50.000 άνθρωποι. Ερήμωσε η Θεσσαλονίκη από τους Εβραίους και στη συνέχεια διαγουμίστηκε κάθε έννοια εβραϊκής μνήμης. Το νεκροταφείο, οι περιουσίες, το Εβραϊκό Νοσοκομείο Χιρς, το οποίο μετονομάστηκε από τους Ναζί σε Ιπποκράτειο και το ‘51 σβήσανε οι Έλληνες την ταλμουδική επιγραφή που υπάρχει στην είσοδό του και είχε επιζήσει από τους Ναζί, η οποία λέει “ όποιος σώζει μια ζωή σώζει τον κόσμο ολόκληρο”», είπε ο συγγραφέας εξηγώντας πώς η ζωή του μέσα από την αφήγηση του πατέρα του και όσα παρατήρησε ο ίδιος μεγαλώνοντας άρχισε να αποκτά την έννοια μιας απώλειας, των απογόνων των 50.000 Εβραίων που χάθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και θα μπορούσαν να είναι φίλοι του, συμμαθητές και συμφοιτητές του. 

«Εάν δεν είχε γίνει το Ολοκαύτωμα, εγώ τους απόγονους αυτών των 50.000 χαμένων Εβραίων της Σαλονίκης θα τους είχα συμμαθητές στο σχολείο. Λογικά θα ήταν οπαδοί του Άρη, γιατί θα ήταν παλιοί Θεσσαλονικείς, άρα με εμένα που έμενα στην Τούμπα και ήμουνα οπαδός του ΠΑΟΚ θα μαλώναμε για τα αθλητικά. Λογικά θα βρισκόμασταν στο φροντιστήριο Φιλολογικό που πήγα για να προπαρασκευαστώ για τις πανελλαδικές εξετάσεις. Σίγουρα θα ανταμώσαμε στη Νομική, όπου βρέθηκα κάπου στο τέλος της δεκαετίας του 80. Σιγά σιγά δηλαδή, άρχισα να σχηματίζω μέσα στο μυαλό μου μια παράλληλη ζωή με τη ζωή την οποία ζούσα. Και σε αυτή την παράλληλη ζωή υπήρχαν οι Εβραίοι, ενώ στην τωρινή μου την πραγματική ζωή οι Εβραίοι είχαν χαθεί», είπε ο κ. Τριαρίδης παρατηρώντας πως «η αγωνία της συνάντησης με τους χαμένους συμπολίτες σχηματοποιήθηκε πάρα πολύ καθαρά».

Η παραδειγματική και η κυριολεκτική μνήμη, και η ένοχη σιωπή για 30.000 παιδικά παπούτσια

Ο συγγραφέας «δανείστηκε» την επεξήγηση του Τοντόροφ περί παραδειγματικής μνήμης και  κυριολεκτικής μνήμης, για να καταλήξει στο ότι «όσο επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να μη ρωτάμε, τόσο η απουσία της ερώτησης μας, γίνεται φονικό εργαλείο».

«Κυριολεκτική μνήμη είναι το “ είμαι Εβραίος και θυμάμαι ότι οι ναζί σκότωσαν τους παππούδες μου” και η παραδειγματική μνήμη λέει, κατά τον Τοντόροφ, ότι “ είμαι Εβραίος, είμαι μουσουλμάνος, είμαι χριστιανός, είμαι άθεος και θυμάμαι ότι κάποιοι οδήγησαν ανθρώπους στα τρένα με μοναδικό κριτήριο ότι αυτοί οι άνθρωποι ανήκαν σε μια άλλη πολιτισμική ομάδα από τους ιδίους”», είπε, εξηγώντας ότι «το Ολοκαύτωμα δεν είναι κάτι εύκολα προσδιορισμένο και έψαχνα έναν ορισμό».

« Ο Πρίμο Λέβι  με βοήθησε πάρα πολύ. Μας λέει ότι το ‘43 γίνεται μια πρώτη μοιρασιά στον γερμανόφωνο πληθυσμό της Κρακοβίας. Μοιράζουν 30.000 παιδικά παπούτσια, αφόρετα ή πολύ λίγο φορεμένα. Για τον καιρό εκείνο ήταν ένα είδος απίστευτης πολυτέλειας. Μαζεύτηκαν λοιπόν 30.000 οικογενειάρχες και πήρανε στη μοιρασιά 30.000 παιδικά παπούτσια. Ποιος τα είχε χάσει αυτά τα παπούτσια;  Γιατί -λέει ο Πρίμο Λέβι- κανείς δεν ρώτησε από πού προέκυψαν αυτά τα παπούτσια; […] Χρειάστηκα 15 χρόνια να τα σκέφτομαι όλα αυτά, ότι το Άουσβιτς είναι η απουσία της ερώτησης. Δεν είναι το γεγονός, είναι ότι συνηθίζεις να μην ρωτάς, να μην ρωτάς τίποτα, να βλέπεις να φορτώνουν ανθρώπους σε ένα τρένο και να λες “ φορτώνουν ανθρώπους σε ένα τρένο”, να βλέπεις να γκρεμίζουν τις πλάκες ενός νεκροταφείου και να λες “ γκρεμίζουν τις πλάκες ενός Νεκροταφείου”. Κυριολεκτικοποιείς τη σκέψη σου , η σκέψη σου γίνεται μια ατελείωτη κυριολεξία και αρνείσαι να κάνεις τη μεταφορά. Τη στιγμή, όμως, που αρνείσαι να κάνεις τη μεταφορά έχεις γίνει ένας δυνάμει δολοφόνος», ανέφερε ο συγγραφέας. 

«Έγραψα το πρώτο μου κείμενο για το Ολοκαύτωμα μετά από 17 χρόνια μελέτης. Και έγραψα το πρώτο μου λογοτεχνικό κείμενο για το Ολοκαύτωμα, το έργο Μένγκελε μετά από 23 χρόνια μελέτης. Μέσα σε αυτό το βιβλίο περιγράφεται πρώτα απ όλα αυτή η διαδρομή και στη συνέχεια περιγράφεται η θέση: Όσο σιωπούμε, όσο όταν ρωτάμε από πού είναι αυτά τα παιδικά παπούτσια, τόσο θα μοιράζονται τα παιδικά παπούτσια. Όσο δεν ρωτάμε για τα πτώματα, τα πτώματα δεν θα είναι πτώματα, θα είναι ακαθόριστα σχήματα. Και η ανθρώπινη μνήμη έχει μάθει να μη θυμάται ποτέ τα ακαθόριστα σχήματα, αλλά να θυμάται πάντοτε τα καθορισμένα σχήματα, τον κύβο, τον τετράγωνο, τον κύκλο, τον κώνο, τον ρόμβο», κατέληξε ο κ. Τριαρίδης.
Για τον συγγραφέα και το βιβλίο «Εμείς θα ανεβάσουμε τους ανθρώπους στα τρένα για επερχόμενο Αούσβιτς. Κείμενα, ομιλίες και συνεντεύξεις για το Ολοκαύτωμα (2004-2019)» μίλησαν ο συγγραφέας Ισίδωρος Ζουργός και ο καθηγητής Θεολογίας ΑΠΘ, Χρυσόστομος Σταμούλης. 

«Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία στο έργο του Τριαρίδη είναι η μεταμόρφωση του Ολοκαυτώματος από ένα αναγκαίο μουσειακό έκθεμα σε ένα διαρκές ερώτημα. Πώς, με ποιους τρόπους και με ποια θεραπευτική θα διασφαλιστούμε από την επανάληψη τέτοιων οικτρών γεγονότων. Το ερώτημα είναι κολοσσιαίο και η συνεισφορά του λόγου του κάτι παραπάνω από δύσκολη. Τι είναι αυτό που αποκαθηλώνει την αξία του άλλου, τη μοναδικότητα του ανθρώπινου προσώπου και μετατρέπει τον άνθρωπο σε φονικό εργαλείο αλλά και θύμα κάθε είδους ιδεολογήματος και πρακτικής; Νομίζω πως ακριβώς επάνω σε αυτούς τους προβληματισμούς ο Τριαρίδης διαφοροποιείται από μία στεγνή δέσμη επιχειρημάτων της σύγχρονης πολιτικής ορθότητας, περνάει πάνω από τις συνηθισμένες σελίδες του διπλωματισμού και προτάσσει ένα στοιχείο διόλου καινούργιο το οποίο και οφείλουμε να έχουμε κατά νου: Την αγάπη», ανέφερε μεταξύ άλων ο κ. Ζουργός. 

«Λέει κάπου στην εισαγωγή του βιβλίου ο Θανάσης ότι το βιβλίο αυτό μοιάζει  με χάος, δίχως αρχή και τέλος και κάπου λέει και δίχως κέντρο. Η ερώτησή μου είναι, και γιατί να έχει; Γιατί πρέπει πάντα να έχουμε μία αρχή και ένα τέλος και γιατί να έχουμε και κέντρο; Μήπως τελικά αυτό το χάος, αυτό που νομίζουμε ως χάος είναι μία πραγματικότητα η οποία μπορεί να πει αυτό που έλεγε ο Γαβριήλ Πεντζίκης ότι το σωστό δεν είναι το τετράγωνο, αλλά το περίπου τετράγωνο, που σημαίνει ότι το σώμα, το φυσικό και κοινωνικό, οφείλει για να υπάρχει πραγματικά να αφήνει ρωγμές για να αναπνέει. Αν δεν αφήσουμε αυτές τις ρωγμές, το σώμα θα σκάσει, θα διαλυθεί. Φοβάμαι τους ανθρώπους που είναι βέβαιοι με τον ίδιο τρόπο που ο Θανάσης φοβάται του ανθρώπους που είναι βέβαιοι», σημείωσε ο κ. Σταμούλης. 

Σμαρώ Αβραμίδου