Ο πόλεμος εναντίον μιας ξένης χώρας συμβαίνει μόνο όταν οι τάξεις με το χρήμα εκτιμούν ότι θα βγάλουν κέρδος από αυτόν - George Orwell (1903-1950, Βρετανός συγγραφέας)

Θ. Εσπιρίτου: Με το βιβλίο μου θέλω να καταγγείλω τα αυταρχικά καθεστώτα που εμπορεύονται τον θάνατο

Με φόντο μια ρημαγμένη Ευρώπη, ο Μάρλοου, ερευνητής της Υπηρεσίας Εξιχνίασης Σκοτεινών Υποθέσεων, επιβιβάζεται σε ένα τρένο με προορισμό την Άγρα, αποδεχόμενος μια ανυπόγραφη έκκληση βοήθειας. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής κάποιοι συνταξιδιώτες θα του αποκαλύψουν δύο ασύνδετα γεγονότα, έναν διπλό φόνο και ένα τηλεοπτικό παιχνίδι που παίζεται και μαγνητοσκοπείται στον τόπο του τελικού προορισμού. Ωστόσο, τα δύο γεγονότα δεν συνιστούν παρά μόνο την άκρη του νήματος που οδηγεί σε έναν λαβύρινθο εικασιών όπου το είναι και το φαίνεσθαι συγχέονται. Αυτό είναι το στόρι που παρακολουθούμε στο «Παιχνίδι της Άγρας» (εκδόσεις Κίχλη), το πρώτο μυθιστόρημα του Θεόδωρου Εσπίριτου, ο οποίος έχει σκηνοθετήσει παραστάσεις, δρώμενα και αναλόγια στο Εθνικό Θέατρο, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, στα ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας, Πάτρας, Σερρών, Κοζάνης και Ιωαννίνων και σε ανεξάρτητες ομάδες. Στη συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Θ. Εσπίριτου λέει πως με το μυθιστόρημά του θέλει να καταγγείλει τα αυταρχικά καθεστώτα που εμπορεύονται τον θάνατο, συμπληρώνοντας πως θέατρο και λογοτεχνία είναι δύο τέχνες που αποτελούν τις διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. 

    Παραστάσεις του Θ. Εσπίριτου έχουν παρουσιαστεί στην Ιταλία, στη Βόρεια Μακεδονία, στο Βέλγιο, στη Γαλλία και στη Ρουμανία. Από το 1994 ως το 2000 ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής και εισηγητής του εκπαιδευτικού προγράμματος πανελλήνιας εμβέλειας «Ιούλιος, μήνας θεατρικής εκπαίδευσης στα Χανιά» του Πολιτισμικού Νότου. Ίδρυσε το Studio Θεατρικών Ερευνών και το Θέατρο του Μαρτίου. Έχει παραδώσει σεμινάρια και διαλέξεις σε ομάδες Ελλήνων και ξένων στους Δελφούς, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στα Χανιά, στην Κοζάνη, στην Πτολεμαΐδα, στο Κομμένο Άρτας, στη Χάλκη, στη Ρόδο, στην Κόρινθο, στη Μεγαλόπολη, στον Άγιο Γεώργιο Νηλέας και στην Τεχεράνη.

   Ακολουθεί η συνέντευξη του Θεόδωρου Εσπιρίτου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

   ΕΡ: Η πλοκή του πρώτου πεζογραφικού σας βιβλίου και πρώτου σας μυθιστορήματος ξεκινάει ως αστυνομική ιστορία και εξελίσσεται και καταλήγει ως κοινωνικοπολιτική δυστοπία. Ποιες πτυχές της σύγχρονης πραγματικότητας, ελληνικής και ξένης, θέλετε να φωτίσετε και να σχολιάσετε με αυτόν τον τρόπο;

   ΑΠ: Πράγματι, το έργο αναπτύσσεται βάσει των αρχών που αναφέρατε, ωστόσο, οδηγός μου στην ανάπτυξη της υπόθεσης δεν ήταν τόσο ο τρόπος της Άγκαθα Κρίστι όσο η τεχνική του Σοφοκλή στον «Οιδίποδα Τύραννο», όπου η συμφορά που έχει πλήξει την πόλη απαιτεί την ανακάλυψη και την αποβολή του ενόχου. Στο «Παιχνίδι της Άγρας», όπως και στον «Οιδίποδα», ο ένοχος θα αποκαλυφθεί μετά από προσεκτική έρευνα στην οποία το ένστικτο του ερευνητή αλλά και οι συμπτώσεις θα συμβάλουν στη λύση του γρίφου. Προσωπικά δεν με ενδιαφέρουν οι ιδιωτικές ιστορίες της κλειδαρότρυπας, αλλά εκείνες όπου το ατομικό συνδιαλέγεται με το συλλογικό. Τα τελευταία χρόνια παρακολουθούμε με ανησυχία την εγκαθίδρυση αυταρχικών καθεστώτων, τον κλονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την απώλεια του νοήματος της δημοκρατίας. Με τρομάζει η ασύδοτη δύναμη των ισχυρών και η αβουλία των πολλών, αλλά με παρηγορεί η ηρωική προσπάθεια κάποιων να βρουν τον μίτο της Αριάδνης. Το έργο μου έχει ως σκοπό να ψυχαγωγήσει αλλά και να καταγγείλει την ασυδοσία και τον αυταρχισμό των καθεστώτων που ευημερούν από τον θάνατο, εφόσον γι’ αυτά ο θάνατος είναι εμπορεύσιμο είδος. 

   ΕΡ: Δεν συνδέονται όλα τα πράγματα με την κρίση του κορονοϊού, αλλά επειδή στο βιβλίο σας υπάρχουν σοβαρές αιχμές και για τη σύγχρονη τεχνολογία, που έχουν να κάνουν με την ανθρώπινη φύση, θα συσχετίζατε τα γραφόμενά σας με όσα ζούμε όλον τον τελευταίο καιρό;

   ΑΠ: Τελευταία η ανθρωπότητα δοκιμάζεται από την απειλή του κορονοϊού που σέρνει πίσω της τον τρόμο της απώλειας και του αφανισμού. Ωστόσο, είναι γνωστή η σχεδόν τακτική επιδρομή των λοιμωδών νοσημάτων, δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο. Αναφέρω ως παραδείγματα τον αθηναϊκό λοιμό που περιγράφει ο Θουκυδίδης αλλά και την πανώλη της εποχής του Σαίξπηρ. Νομίζω πως αν απαλλάξουμε τις επιμέρους υφιστάμενες πραγματικότητες από τα ονόματά τους θα εκπλαγούμε βλέποντας ότι είναι σχεδόν πανομοιότυπες με πολλές παρελθούσες. Οι ασθένειες και οι πόλεμοι επανέρχονται, φέρνοντας στον νου την καταδίκη του Σίσυφου και την «Εφεύρεση του Μορέλ» σαν να αποτελούν μέρος της φυσικής διαδικασίας, όσο κι αν είναι ενοχλητική αυτή η διαπίστωση. Πάντως, πέραν των θεωριών συνομωσίας, ότι δηλαδή πρόκειται για εργαστηριακό παράγωγο, ο κορονοϊός φέρνει στο νου την «Πανούκλα» του Καμύ, που παραπέμπει στη ναζιστική απειλή. Στο δικό μας μυθιστόρημα η παγίδα έχει τη μορφή τηλεοπτικού παιχνιδιού. Ας μην ξεχνάμε ότι το κακό εμφανίζεται σχεδόν πάντα με τον μανδύα του καλού ενώ ταυτοχρόνως εξαπλώνεται εν ριπή οφθαλμού σαν αρρώστια.

   ΕΡ: Αστυνομικό μυθιστόρημα, μελλοντολογία, λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, πολιτική αλληγορία: μια πανσπερμία ειδών συστεγάζεται στο «Παιχνίδι της Άγρας». Πού ακριβώς οδηγεί αυτή η πολλαπλότητα, πώς διαμορφώνεται κατά τη γνώμη σας η τελική δομή της σύνθεσης;

   ΑΠ: Πράγματι, στο μυθιστόρημα μπορεί να εντοπίσει κανείς τεχνικές πολλών ειδών. Θα μπορούσα επιπλέον να προσθέσω και την ανίχνευση ενός μεταρομαντικού ρεύματος που καταλήγει στο γκόθικ. Έτσι κι αλλιώς νομίζω πως η αξιοποίηση πολλών λογοτεχνικών ειδών σε ένα έργο είναι χαρακτηριστικό της εποχής μας. Νομίζω πως η επιλογή του είδους και το ύφος υπαγορεύονται από το θέμα και τον χειρισμό του. Στο «Παιχνίδι της Άγρας» κάθε τεκμήριο οδηγεί στο επόμενο σύμφωνα με την τεχνική του ντόμινο, ώστε από την αποκάλυψη ενός αρχικού στοιχείου να φτάσουμε στην αποκάλυψη μιας στιβάδας στοιχείων για να καταλήξουμε εν τέλει στον ένοχο, πάντα με τη μέθοδο της ιχνηλασίας. Το έργο τοποθετείται στο μέλλον (αν και υπονοείται το παρόν), ώστε να γίνουν αποδεκτές ορισμένες δοσμένες συνθήκες, όπως η μερική διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η εδραίωση ολοκληρωτικών-νεοναζιστικών καθεστώτων. Στην πραγματικότητα αυτό που επιχειρώ είναι μια συνομιλία του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον.

    Το «Παιχνίδι της Άγρας», πέραν του μύθου που πραγματεύεται, θέτει και το ζήτημα της πραγματικότητας: Ποια ακριβώς είναι η φύση της; Βλέπουμε πως ο άνθρωπος ζει περισσότερο μέσα σε έναν κόσμο προκατασκευασμένων πεποιθήσεων παρά σε έναν κόσμο διαύγειας όπου η νόηση διαχειρίζεται τον αισθητό και μη αισθητό κόσμο. Προτιμάμε να ζούμε χωρίς να βλέπουμε, να πιστεύουμε χωρίς να επαληθεύουμε. Στο μυθιστόρημα η πραγματικότητα εμφανίζεται διαστρεβλωμένη και μόνο εκείνοι που βλέπουν μπορούν να αντιμετωπίσουν το ψέμα. Η εικονική πραγματικότητα επικρατεί.

    ΕΡ: Τι αντιπροσωπεύει η Άγρα;

   ΑΠ: Είναι ο τόπος όπου το φαίνεσθαι κυριαρχεί, ένας τόπος όπου παίζεται μια παράσταση εν αγνοία του πλήθους. Αντιπροσωπεύει τη ρευστότητα του κόσμου μας, το τέλος της ύπαρξης, αλλά, όπως αποδεικνύεται, και μια νέα αρχή. Με κάποια έννοια είναι ένα επωαστήριο όπου πρόκειται να εκκολαφθεί το αυγό του φιδιού. Είναι τάφος και λίκνο ταυτόχρονα: τα εντάφια σάβανα γίνονται σπάργανα. 

   ΕΡ: Ποιον ρόλο παίζει, μεταξύ διαφόρων άλλων θεματικών μοτίβων, το τηλεοπτικό παιχνίδι που παίζεται κατά τη διάρκεια της δράσης; Ποιες σχέσεις αναδεικνύει ανάμεσα στους πρωταγωνιστές; 

   ΑΠ: Ανεξαρτήτως του ρόλου που παίζει το γεγονός ότι το Παιχνίδι αξιοποιείται από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, η λέξη «παιχνίδι» παραπέμπει σε μια πλασματική κατάσταση όπου κάποιοι προσποιούνται πως τους συμβαίνει κάτι που στην πραγματικότητα δεν ισχύει, όπως ο πόλεμος που παίζουν τα παιδιά με τα ξύλινα σπαθιά τους. Όπως συμβαίνει πάντα, οι άνθρωποι εν μέσω ακραίων καταστάσεων αποκαλύπτουν τον πραγματικό τους εαυτό. Οι συγκρούσεις, αλλά και οι συμμαχίες παρουσιάζονται ως προϊόντα της ανάγκης. Το Παιχνίδι μπορεί να είναι σε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης η ίδια η ζωή μας, σε οποιαδήποτε συνθήκη και αν μεταφέρεται αυτή, δηλαδή χώρος όπου διατυπώνονται τα αιώνια ερωτήματα «ποιοι είμαστε», «πού είμαστε», «πού πάμε». Μπορεί δηλαδή κανείς να δει το έργο ως υπαρξιακή αλληγορία ή, αν προτιμά, ως μυθοπλαστική πραγματικότητα.

   ΕΡ: Υπάρχει για τους ήρωές σας κάποια διέξοδος από το ζοφερό τοπίο στο οποίο έχουν εγκλωβιστεί; Κι αν ναι, ποια ακριβώς είναι αυτή;

   ΑΠ: Τα κεντρικά πρόσωπα έχουν έναν σκοπό που δικαιολογεί την ύπαρξή τους. Αυτοί οι σκοποί άλλοτε συμπλέουν άλλοτε βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης μεταξύ τους. Πολλά πρόσωπα χάνονται δίχως εξήγηση και άλλα εξαιτίας της δράσης τους. Στο βιβλίο δεν υπονοείται καμία λύση πέραν της άμεσης σύγκρουσης με την επιβεβλημένη κατάσταση. Το ένστικτο της επιβίωσης του πιο ισχυρού διατρέχει τον κορμό του βιβλίου, υπενθυμίζοντας ότι δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για να επιβιώσει κανείς. Στη χώρα μας, το ζήσαμε στην Κατοχή αλλά και στη δικτατορία: υποτάσσεσαι, συνεργάζεσαι ή αντιστέκεσαι. Και η αντίσταση μόνο δύο πράγματα μπορεί να υποσχεθεί: ελευθερία ή θάνατο. Ωστόσο, όπως γίνεται πάντα, κάποιοι επιβιώνουν στο τέλος. Και είναι αυτοί που δίνουν την ελπίδα μιας νέας αρχής, αλλά και την υπόσχεση ενός νέου αγώνα για έναν κόσμο δικαιοσύνης και αγάπης.

   ΕΡ: Τι σημαίνει για σας το πέρασμα από τη σκηνοθεσία στη λογοτεχνία; Πώς επικοινωνούν στο βιβλίο και στις επιλογές σας αυτές οι δύο, σαφώς διαφορετικές μεταξύ τους τέχνες;

   ΑΠ: Η διαφορετικότητα μεταξύ των τεχνών υφίσταται ασφαλώς, ωστόσο, τα βασικά δομικά στοιχεία κάθε τέχνης εντοπίζονται και στις άλλες. Όσον αφορά τη δική μου περίπτωση, το πέρασμα ήταν αντίστροφο, πέρασα, δηλαδή, από τη λογοτεχνία στη σκηνοθεσία, εφόσον έγραφα ποιήματα και μικρές ιστορίες από παιδί, πολλά χρόνια πριν μου περάσει από το μυαλό η ιδέα να ασχοληθώ με τη σκηνοθεσία. Ωστόσο, αντιλαμβάνομαι αυτές τις δύο τέχνες ως διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Η γραφή ενός πολύπλοκου μυθιστορήματος είναι πολύ δύσκολη υπόθεση, και ομολογώ πως από τη στιγμή που ξεκίνησα τη συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος, άρχισα να σέβομαι περισσότερο τους ανθρώπους που γράφουν. Πρόκειται για μια διαδικασία απομόνωσης σε αντίθεση με την ομαδική λειτουργία του θεάτρου. Ξεκινάς από το μηδέν σε αντίθεση με τη σκηνοθεσία όπου έχεις σχεδόν πάντα το θεμέλιο του κειμένου. Το βιβλίο σκηνοθετείται με τον τρόπο που σκηνοθετείται μια παράσταση, έχει σημασία η έκταση κάθε σκηνής, ο ρυθμός, η κορύφωση, η έξοδος, τι θα συμβεί, τι θα λεχθεί, αν και στην πρώτη περίπτωση τα πάντα θα λάβουν χώρα στη φαντασία του θεατή, ενώ στη δεύτερη θα υλοποιηθούν επί σκηνής. Ο σκηνοθέτης του θεάτρου οφείλει να εμπνεύσει και να ενορχηστρώσει έναν αριθμό ζώντων προσώπων και πραγμάτων (η ύλη πρέπει να συμπλεύσει με την ιδέα), ενώ ο μυθιστοριογράφος, με πρώτη ύλη τις λέξεις, ενορχηστρώνει άυλα όντα.

Περισσότερα στη κατηγορία Ανάλυση Επικαιρότητας
Κορονοϊός: Για πρώτη φορά, 1 εκατομμύριο κρούσματα σε 100 ώρες σε όλο τον κόσμο

Τα κρούσματα μόλυνσης από τον SARS-CoV-2 ξεπέρασαν τα 14 εκατομμύρια χθες Παρασκευή, σύμφωνα με την καταμέτρηση του Reuters, σηματοδοτώντας την...

Close