Μετά το Άουσβιτς ξέρουμε για τι είναι ικανός ο άνθρωπος. Μετά τη Χιροσίμα ξέρουμε τι διακυβεύεται - Βίκτωρ Φρανκλ

Γερμανία: Η νίκη του Άρμιν Λάσετ και το αύριο του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος

17 Ιανουαρίου, 2021

Ως «νίκη του απαξιωμένου κατεστημένου» περιγράφει η Frankfurter Allgemeine Zeitung την επικράτηση του ‘Αρμιν Λάσετ στη μάχη για την ηγεσία του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU), ενώ το Spiegel περιγράφει τον νικητή ως τον «αιώνια υποτιμούμενο» υποψήφιο που καταφέρνει πάντα να μείνει όρθιος. Το βέβαιο είναι ότι ο κ. Λάσετ συνεχίζει να προσθέτει τίτλους στο βιογραφικό του. Θα συμπεριλάβει όμως και αυτόν του Καγκελάριου;

Ο ‘Αρμιν Λάσετ παρουσιάστηκε στο συνέδριο του CDU ως «φυσικός διάδοχος» της ‘Αγγελα Μέρκελ και εγγυητής της κληρονομιάς της. «Εμπιστοσύνη», ήταν η λέξη που χρησιμοποίησε επανειλημμένα, καθησυχάζοντας, όπως αποδείχθηκε, τους περισσότερους συνέδρους ότι το κόμμα θα παραμείνει στο κέντρο, οι πολιτικές δεν θα ανατραπούν και ασφαλώς τα πρόσωπα θα παραμείνουν «οικεία». Η εκλογή του στην ηγεσία του CDU αποτελεί σίγουρα νίκη του «κέντρου», για το οποίο εργάστηκε με συνέπεια η απερχόμενη Καγκελάριος, αλλά και θρίαμβο των κομματικών μηχανισμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετοί από τους 1.001 σύνεδρους και εκλέκτορες δεν είχαν, όπως φάνηκε, καμία διάθεση να λάβουν υπόψη τους τις δημοσκοπήσεις που έφερναν τον κ. Λάσετ τελευταίο στην προτίμηση των πολιτών.

Ακόμη και η ‘Αγγελα Μέρκελ, φαίνεται ότι προτιμούσε έναν «δικό της» άνθρωπο –ασχέτως αν τον τελευταίο χρόνο διαφωνούσε μαζί της σε όλα– από έναν τύπο σαν τον Φρίντριχ Μερτς που ήθελε να αλλάξει τα πάντα. Ο Πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας βρισκόταν επί χρόνια στην σκιά της κυρίας Μέρκελ, από την οποία βγήκε, τόσο υποστηρίζοντας χαλαρότερα μέτρα περιορισμού για την πανδημία όσο και υιοθετώντας πιο επιφυλακτική στάση στις πολιτικές για την κλιματική αλλαγή. Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της προσφυγικής πολιτικής της Καγκελαρίου, αλλά το 2017 η προεκλογική του καμπάνια εστιάστηκε στα θέματα εσωτερικής ασφάλειας και κατάχρησης ασύλου. Παλιότερα, όταν ακόμη ήταν υπουργός Ενσωμάτωσης στην Βόρεια Ρηνανία – Βεστφαλία είχε «κερδίσει» τα παρατσούκλια «τουρκο-‘Αρμιν» και «’Αρμιν Πασάς», λόγω της φιλελεύθερης στάσης του απέναντι στους μετανάστες, ενώ το 2014 δέχτηκε δριμεία κριτική στην Γερμανία, όταν μέσω Twitter, απευθύνθηκε στον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι, κατηγορώντας τον ότι η Αμερική στήριζε το «Ισλαμικό Κράτος» και την «Αλ Νούσρα» κατά του Προέδρου ‘Ασαντ στην Συρία.

Ως πρώην δημοσιογράφος, βουλευτής, ευρωβουλευτής, κρατιδιακός υπουργός και τώρα Πρωθυπουργός του πολυπληθέστερου κρατιδίου της Γερμανίας, ο κ. Λάσετ περηφανεύεται ότι έχει αποκτήσει μόνο φίλους. Το βέβαιο είναι ότι έχει αποκτήσει τουλάχιστον σημαντική επιρροή στην οργάνωση των Χριστιανοδημοκρατών της περιοχής του, η οποία εκπροσωπείται στο συνέδριο με 300 από τους 1.001 συνέδρους. «Υποψήφιο του ζιγκ ζαγκ» τον χαρακτήριζαν οι αντίπαλοί του, λόγω των συχνών παλινωδιών, οι οποίες άλλωστε του είχαν κοστίσει τελευταία σε δημοσκοπικά ποσοστά, δεν κατάφεραν όμως να του στερήσουν την ηγεσία του κόμματος.

Οι θέσεις του για τα μεγάλα θέματα της Γερμανίας, την μετάβαση στην ψηφιακή εποχή, την κλιματική αλλαγή, τον διεθνή εμπορικό ανταγωνισμό, υπαγορεύονταν έως τώρα από καθαρά τοπικιστικά κριτήρια. Ενδεικτικά, αντιστεκόταν στην πολιτική της Καγκελαρίου για απολιγνιτοποίηση, ακριβώς επειδή τα συμφέροντα της περιοχής του ήταν διαφορετικά, ενώ επαναλάμβανε συχνά ότι «οι πολιτικές για το κλίμα δεν πρέπει να οδηγήσουν την οικονομία σε ασφυξία».

Μετά την εκλογή του νέου αρχηγού του CDU, το επόμενο ερωτηματικό αφορά την Καγκελαρία. Η ‘Αγγελα Μέρκελ είναι έτοιμη να αποχωρήσει από την πολιτική, «ξεβολεύοντας» το κόμμα της που έπειτα από 16 χρόνια θα πρέπει να αναζητήσει υποψήφιο Καγκελάριο, ενόψει των ομοσπονδιακών εκλογών της 26ης Σεπτεμβρίου. «Κανείς από τους τρεις υποψηφίους αρχηγούς του CDU» δεν θα είναι υποψήφιος Καγκελάριος, εκτιμά ο πολιτικός αναλυτής ‘Αλμπερτ φον Λούκε, ο οποίος είχε και προβλέψει για την τηλεόραση της Βόρειας ότι ο κ. Λάσετ θα κέρδιζε μεν την εσωκομματική μάχη, καθώς αποτελούσε, όπως έλεγε, μια καλή λύση – γέφυρα, η οποία θα εγγυάτο την ενότητα του κόμματος, αλλά είναι πολύ αδύναμος για να γίνει Καγκελάριος.

Πράγματι, αν και διαθέτει μακρά εμπειρία διαχείρισης, ο νέος αρχηγός του CDU δεν φαίνεται να τα πηγαίνει καλά με την κοινή γνώμη, ενώ το τελευταίο διάστημα έχει δεχτεί έντονη κριτική για την πολιτική του στην πανδημία. Ο Φρίντριχ Μερτς, από την άλλη πλευρά, εκτιμά ο ίδιος αναλυτής, είναι πολωτικός και ξυπνά όλα τα αντανακλαστικά των κεντρώων χριστιανοδημοκρατών. «Θα μπορούσε ενδεχομένως να φέρει μια-δυο μονάδες από την ακροδεξιά, αλλά θα κινδύνευε να χάσει πολύ περισσότερες από το κέντρο», σημειώνει ο κ. φον Λούκε.

Η μάχη λοιπόν για τον υποψήφιο –και πιθανότατα επόμενο– Καγκελάριο είναι τυπικά ανοιχτή. Σε αυτή τη μάχη υπήρχε έως τώρα η αντίληψη ότι δήλωνε «παρών» και ο υπουργός Υγείας Γενς Σπαν, ο οποίος κατέβηκε στο συνέδριο ως «ομάδα» με τον ‘Αρμιν Λάσετ. Τα προβλήματα ωστόσο με τα εμβόλια, κάποιες αδέξιες εσωκομματικές κινήσεις και το χθεσινό του «φάουλ» μάλλον έχουν ψαλιδίσει τις φιλοδοξίες του. Πριν από την ψηφοφορία και ενώ οι τρεις υποψήφιοι αρχηγοί δέχονταν ερωτήσεις από τους συνέδρους, ζήτησε τον λόγο ο κ. Σπαν, ο οποίος αντί για ερώτηση προτίμησε να παρουσιάσει τις αρετές του ‘Αρμιν Λάσετ και τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να ψηφιστεί. Η κίνησή του ενόχλησε πολλούς από τους συνέδρους και του κοστίζει ήδη: εξελέγη τελευταίος στο προεδρείο του κόμματος, ενώ τουλάχιστον η Sueddeutsche Zeitung, η Welt και το Spiegel τον κατατάσσουν στους χαμένους της χθεσινής ημέρας.

Την ίδια ώρα, ο δημοφιλέστερος πολιτικός για την Καγκελαρία, δεν έχει ακόμη εκδηλώσει επισήμως το ενδιαφέρον του. Ο Πρωθυπουργός της Βαυαρίας και Αρχηγός του αδελφού κόμματος του CDU, της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης (CSU) Μάρκους Σέντερ έχει αφήσει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά και μάλλον απολαμβάνει να διαβάζει τις δημοσκοπήσεις. Οι αποφάσεις θα ληφθούν κατά το τέλος Μαρτίου και το βασικό κριτήριο των δύο κομμάτων θα είναι, τι άλλο; Ποιος μπορεί να φέρει στην Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU) τα μεγαλύτερα ποσοστά, στις πρώτες εκλογές χωρίς την ‘Αγγελα Μέρκελ.