Αν δεν μπορείς να πιάσεις ένα παραδείσιο πουλί, πιάσε τουλάχιστον μια βρεγμένη κότα - Νικίτα Χρουστσόφ

Βαθιά δυσαρμονία ανάμεσα στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ και τη χώρα

27 Οκτωβρίου, 2020

της Ruth Marcus (*)

 

Η δικαστής Εϊμι Κόνεϊ Μπάρετ έγινε μέλος ενός δικαστηρίου που βρίσκεται σε επικίνδυνη δυσαρμονία προς την εποχή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι εδώ και δεκαετίες χωρισμένες σχεδόν στη μέση από πολιτική άποψη. Στο Ανώτατο Δικαστήριο όμως κυριαρχούν δικαστές που όχι μόνο έχουν διοριστεί από τους Ρεπουμπλικανούς, αλλά είναι και εξόχως συντηρητικοί.

Η τελευταία φορά που η πλειοψηφία των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν διορισμένη από Δημοκρατικούς ήταν το 1969, όταν παραιτήθηκε ο Εϊμπ Φόρτας. Εκτοτε, Ρεπουμπλικανοί πρόεδροι έχουν διορίσει τους 15 από τους 19 δικαστές. Δεν διαβάσατε λάθος: οι Δημοκρατικοί έχουν διορίσει μόλις τέσσερις δικαστές τον τελευταίο μισό αιώνα. Την περίοδο αυτή, κέρδισαν τις 5 από τις 12 προεδρικές εκλογές και έλαβαν περισσότερες ψήφους σε άλλες δύο.

Η ανωμαλία αυτή οφείλεται σε έναν βαθμό στη χρονική στιγμή της συνταξιοδότησης ορισμένων δικαστών, αλλά και στο γεγονός ότι ο Νίξον, για παράδειγμα, διόρισε τέσσερις δικαστές και ο Τζίμι Κάρτερ κανέναν. Καταλυτικό ρόλο έχουν παίξει όμως και τα «παιχνίδια» των Ρεπουμπλικανών. Το 2016, για παράδειγμα, η ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικανούς Γερουσία δεν επέτρεψε την επικύρωση του Μέρικ Γκάρλαντ, που είχε επιλέξει ο Μπαράκ Ομπάμα ως αντικαταστάτη του Αντονιν Σκάλια, κι ας έμεναν ακόμη εννιά μήνες μέχρι τις εκλογές.

Κι έτσι υπάρχουν σήμερα 6 δικαστές διορισμένοι από τους Ρεπουμπλικανούς στο Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ στη διάρκεια της θητείας κάθε δικαστή κέρδισε τη λαϊκή ψήφο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος μόνο μια φορά – ο Τζορτζ Μπους, το 2004.

Η Γερουσία έχει τη δική της εκδοχή για το φαινόμενο αυτό. Από τότε που αποσύρθηκε ο Φόρτας, το 1969, οι Δημοκρατικοί είχαν τον έλεγχο της Γερουσίας σε περισσότερα από τα μισά των 26 Κονγκρέσων. Όπως συμβαίνει όμως και με το Κολλέγιο των εκλεκτόρων, το γεγονός ότι σε κάθε πολιτεία αντιστοιχούν δύο γερουσιαστές ανεξαρτήτως μεγέθους επιτείνει τις ανισότητες.

Όλα αυτά επισημάνθηκαν από τον Μάρτι Λέντερμαν, καθηγητή της νομικής στο Πανεπιστήμιο Τζορτζτάουν, την ημέρα της επικύρωσης του Μπρετ Κάβανο πριν από δύο χρόνια. Και εξακολουθούν να ισχύουν σήμερα στο ακέραιο.

Όπως είχε γράψει ο Λέντερμαν, υπάρχει μια εξωφρενική και διαρκής δυσαρμονία ανάμεσα στην πολιτική ισχύ των Δημοκρατικών και την υιοθέτηση των θέσεών τους από ισχυρές πλειοψηφίες της χώρας, από τη μια πλευρά, και στην κυριαρχία των Ρεπουμπλικανών στο Ανώτατο Δικαστήριο, από την άλλη. Αυτό οδηγεί σε μια υπερσυντηρητική εποχή στο δικαστικό πεδίο.

Οι αριθμοί δεν λένε όλη την ιστορία. Σε λιγότερο πολωμένες εποχές, όταν η ιδεολογία έπαιζε λιγότερο αποφασιστικό ρόλο στην επιλογή των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το γεγονός ότι οι διορισμένοι από τους Ρεπουμπλικανούς δικαστές ήταν περισσότεροι από τους διορισμένους από τους Δημοκρατικούς δεν είχε και τόσο σημασία.

Όμως η εποχή των δικαστών που εκπλήσσουν έχει τελειώσει. Η ιδεολογική αρχιτεκτονική του συντηρητικού δικαστικού κινήματος εξασφαλίζει ότι οι φιλοσοφίες των υποψηφίων που επιλέγει είναι βαθιά συντηρητικές. Οι έξι δικαστές που έχει διορίσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είναι σήμερα πολύ συντηρητικοί. Κι αυτό, σε μια κεντρώα χώρα.

 

(*) Η Ρουθ Μάρκους είναι αρθρογράφος της Washington Post

 

(Πηγή: Washington Post)

 

ΜΜΗ