Να θυμάσαι πως κάθε ψέμα που σου έχουν πει, ακόμα και σκόπιμα, είναι, συχνά, πολύ πιο σημαντικό γεγονός από μια αλήθεια που ειπώθηκε με κάθε ειλικρίνεια. Halldor Laxness, 1902-1998, Ισλανδός συγγραφέας

Αύξηση της κινητικότητας των γερμανικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα το 2019

11 Ιανουάριος, 2019

Την πεποίθηση ότι το 2019 αναμένεται να καταγραφεί «μεγάλη κινητοποίηση γερμανικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα», καθώς υπάρχουν ενδείξεις για «κινήσεις ιδίως από μικρομεσαίες εταιρίες της Γερμανίας, που έχουν επαναφέρει τη χώρα μας στο κέντρο του ενδιαφέροντός τους», εκφράζει, σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο γενικός διευθυντής του Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, Αθανάσιος Κελέμης. «Παρότι υπάρχουν και ρίσκα, σε γενικές γραμμές βλέπουμε βελτίωση τόσο του οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα, όσο και των διμερών οικονομικών σχέσεων» σημειώνει και προσθέτει ότι το διμερές εμπόριο εκτιμάται ότι σημείωσε ελαφρά αύξηση το 2018, ξεπερνώντας τα 7 δισ. ευρώ.

Ο κ.Κελέμης επισημαίνει ακόμη ότι οι μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις δεν εγκατέλειψαν την Ελλάδα στην περίοδο της κρίσης, αλλά παρέμειναν στη χώρα και συνέχισαν να επενδύουν: «μόνο το 2017, πραγματοποίησαν επενδύσεις της τάξης των 3,6 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του 1,3 δισ. ευρώ της Fraport (σ.σ. στα 14 περιφερειακά αεροδρόμια). Οι γερμανικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα έχουν, με βάση στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2018, κύκλο εργασιών 7,7 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 3% του ΑΕΠ της Ελλάδας».

«Υπάρχουν στοιχεία στην Ελλάδα που είναι πραγματικά δυνατά για την προσέλκυση ξένων επενδυτών. Αν καταφέρουμε να δώσουμε έστω σημεία βελτίωσης των αρνητικών στοιχείων, νομίζω ότι θα μπούμε σε πολύ καλό δρόμο» εκτιμά, ενώ επισημαίνει ότι η στρατηγική θέση της Θεσσαλονίκης, που εξασφαλίζει πρόσβαση σε μια ευρύτερη αγορά 80 εκατ. κατοίκων σε όποιον επιχειρηματία αποκτήσει παρουσία στην πόλη, αποτελεί επίσης δυνατό στοιχείο στις συζητήσεις της ελληνικής πλευράς με ξένους επενδυτές.

Την εκτίμηση ότι η έλευση μικρών και μεσαίων γερμανικών επιχειρήσεων στην αγορά της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας θα συνεχιστεί και το 2019 διατυπώνει, σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Ματίας Χόφμαν (Matthias Hoffmann), διευθυντής του Παραρτήματος Β. Ελλάδος του Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, αποκαλύπτοντας ότι ήδη γίνονται συζητήσεις με τρεις εταιρίες, ενώ άλλες δύο εξετάζουν επίσης σοβαρά το ενδεχόμενο δραστηριοποίησής τους στην περιοχή. Τομείς όπως η πληροφορική, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ο τουρισμός και οι υπηρεσίες βρίσκονται ψηλά στην επενδυτική ατζέντα των γερμανικών επιχειρήσεων, που εξετάζουν την αγορά της Βόρειας Ελλάδας και συχνά καταλήγουν σε αυτή, έπειτα από προσεκτική έρευνα αγοράς σε ανταγωνιστικούς επενδυτικούς προορισμούς.

Ο κ.Χόφμαν επισημαίνει συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, που προσελκύουν μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον, ενώ τονίζει ότι η εικόνα που έχουν οι Γερμανοί επιχειρηματίες για την Ελλάδα έχει αλλάξει ριζικά σε σχέση με το 2015, κάτι στο οποίο συνέβαλαν όχι μόνο η βελτίωση του οικονομικού κλίματος στη χώρα, αλλά και οι μεγάλες γερμανικές επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπως εκείνη του DIEP GmbH στο λιμάνι της και της Fraport στο αεροδρόμιο «Μακεδονία».

Ιδιαίτερη μνεία κάνει στο αξιόλογο γερμανόφωνο ανθρώπινο δυναμικό που υπάρχει στη Βόρεια Ελλάδα, αναφέροντας ένα «εύγλωττο» παράδειγμα: «Το 2018 επισκεφτήκαμε με δύο Γερμανούς επενδυτές τη Θεσσαλονίκη, τις Σέρρες, το Κιλκίς, τη Δράμα και την Καβάλα. Δεν θα ξεχάσω την αντίδρασή τους και την έκπληξή τους, όταν βρήκαν στο Κιλκίς, μια μικρή πόλη, 20 άτομα που μιλούσαν άπταιστα γερμανικά, τα οποία, όπως είπαν αργότερα, ούτε στη Γερμανία θα μπορούσαν να βρουν με τόση ευκολία»…

Ακολουθεί το κείμενο των συνεντεύξεων των κυρίων Αθανάσιου Κελέμη και Ματίας Χόφμαν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και την Αλεξάνδρα Γούτα:

Αθανάσιος Κελέμης: Παρά την κρίση, οι γερμανικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να παίζουν ουσιαστικό ρόλο στην ελληνική οικονομία

ΕΡ.Σε δηλώσεις της στην «Καθημερινή», ενόψει της επίσκεψής της στην Αθήνα, η ‘Ανγκελα Μέρκελ διαβεβαίωσε ότι η Ελλάδα μπορεί να βασίζεται στη γερμανική φιλία. Κατά την εκτίμησή σας, η στάση αυτή της γερμανικής κυβέρνησης, έστω ως μήνυμα, μπορεί να έχει κάποιο αντίκτυπο και στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν την Ελλάδα οι γερμανικές επιχειρήσεις;

ΑΠ. Πιστεύω ακράδαντα ότι η Γερμανίδα καγκελάριος, που μας επισκέπτεται για τρίτη φορά στη διάρκεια της κρίσης, το 2012, το 2014 και τώρα το 2019, σε όλες τις επισκέψεις της, παράλληλα με τα πολιτικά ραντεβού, ψηλά στην ατζέντα είχε το θέμα της οικονομίας. Θα ήθελα να δώσω δύο στοιχεία. Το πρώτο είναι ότι από τα περίπου 256 δισ. ευρώ που έλαβε η Ελλάδα ως εγγυήσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους της, το 1/3 ήταν εγγυήσεις και δάνεια από τη Γερμανία. Το δεύτερο είναι ότι καθόλη τη διάρκεια της κρίσης, καμία από τις μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις δεν εγκατέλειψε την Ελλάδα, ενώ έχουμε τρανταχτά παραδείγματα από άλλες μεγάλες εταιρίες, που μόλις ξέσπασε η κρίση είτε άμεσα είτε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα έφυγαν από τη χώρα. Οι γερμανικές επιχειρήσεις όχι μόνο δεν έφυγαν, αλλά συνέχισαν να επενδύουν και έχουμε μόνο το 2017 γερμανικές επενδύσεις της τάξης των 3,6 δισ. ευρώ στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένου βέβαια του 1,3 δισ. ευρώ της Fraport. Οι γερμανικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα έχουν κύκλο εργασιών 7,7 δισ. ευρώ (βάσει στοιχείων πρώτου τριμήνου 2018), που αντιστοιχούν με περίπου 3% του ΑΕΠ, δηλαδή συνεχίζουν να παίζουν ουσιαστικό ρόλο στο ελληνική οικονομικό γίγνεσθαι.

ΕΡ. Πώς θα χαρακτηρίζατε τη γερμανική εμπορική και επενδυτική δραστηριότητα στην Ελλάδα το 2018 και ποια εκτιμάτε ότι είναι η προοπτική για το μεταμνηνιακό 2019;

ΑΠ. Το εμπορικό ισοζύγιο έχει αυξηθεί ελαφρώς, σε σχέση με τα 7 δισ. ευρώ του 2017 και για το 2018 θα είναι σίγουρα πάνω από 7 δισ. Διαπιστώνουμε ότι έχουν αυξηθεί κατά περίπου 10% οι γερμανικές εξαγωγές προς Ελλάδα, μια ένδειξη για εμάς ότι η εσωτερική κατανάλωση αρχίζει να «τσιμπάει». Εδώ μέσα συμπεριλαμβάνονται σαφέστατα και βιομηχανικά προϊόντα, επενδύσεις που κάνουν οι ελληνικές εταιρίες, πάνω π.χ. σε αυτοματοποίηση, οι οποίες είναι απαραίτητες για να μπορέσει η ελληνική επιχειρηματικότητα να εδραιωθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το 2018 έχουμε και αύξηση, μικρή βέβαια, των ελληνικών εξαγωγών προς Γερμανία. Θα περιμέναμε μεγαλύτερη, αφού συνολικά οι ελληνικές εξαγωγές (όχι μόνο προς τη Γερμανία), αυξήθηκαν κατά 24% μεταξύ 2017 και 2018, ένα πολύ μεγάλο νούμερο, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε και το πλεόνασμα που έχει παραχθεί στην Ελλάδα. Δυστυχώς αυτό δεν το παρατηρούμε τόσο έντονα στο διμερές ισοζύγιο, έχουν μεν αυξηθεί οι ελληνικές εξαγωγές στη Γερμανία, αλλά όχι στον βαθμό που θα μπορούσαν.

Ως προς τις επενδύσεις, υπάρχουν ενδείξεις ότι το 2019 θα έχουμε μια σειρά από ενδιαφέρουσες κινήσεις από μικρομεσαίες γερμανικές εταιρείες, που έχουν βάλει πάλι στο κέντρο του ενδιαφέροντός τους στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι θα έχουμε μια μεγάλη κινητοποίηση γερμανικών επιχειρήσεων, με τη βελτίωση και του οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα. Υπάρχουν και τα ρίσκα ακόμη, αλλά σε γενικές γραμμές βλέπουμε βελτίωση του οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα και των διμερών οικονομικών σχέσεων, γεγονός που μας χαροποιεί ιδιαίτερα, γιατί τα τελευταία χρόνια παλεύουμε πολύ, και στην Ελλάδα και στη Γερμανία, για να φέρουμε εδώ επενδύσεις.

ΕΡ. Όταν ένας Γερμανός επιχειρηματίας εξετάζει σήμερα το ενδεχόμενο να επεκταθεί εμπορικά ή επενδυτικά στην Ελλάδα, ποιοι είναι οι παράγοντες που τον απασχολούν; Ποια βλέπει ως τα κυριότερα αντικίνητρα;

ΑΠ. Συχνά ακούμε στην Ελλάδα για το πρόβλημα της υπερφορολόγησης. Νομίζω όμως ότι πολύ πιο σημαντική για έναν ξένο επενδυτή είναι η σταθερότητα του φορολογικού συστήματος. Θέλουμε επίσης διαφάνεια σε όλες τις διαδικασίες του δημοσίου. Η διαφάνεια, από τη στιγμή που έχει χτιστεί με αξιοκρατικά κριτήρια όλος ο μηχανισμός για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα ο αδειοδοτικός, θα οδηγήσει σε μια προσέγγιση, πραγματικά, περισσότερων επενδυτών: γιατί έτσι θα δουν πραγματικά ότι έχει βελτιωθεί το κλίμα, η Ελλάδα έχει μάθει από τα λάθη του παρελθόντος, έχει βελτιώσει τις διαδικασίες, είναι πολύ πιο εύκολη η προσέγγιση του δημοσίου… Ένα άλλο πολύ σοβαρό θέμα είναι ο χρόνος που απαιτείται για να βρει ένας επιχειρηματίας το δίκιο του, αν χρειαστεί να πάει στα δικαστήρια. Όταν ο μέσος χρόνος (απονομής δικαιοσύνης) είναι 7-10 χρόνια, αυτό είναι τρομαχτικό και, πιστέψτε με, οι επενδυτές μιλάνε μεταξύ τους. Και κάτι ακόμη που πρέπει να δούμε είναι ο τρόπος προσέλκυσης ξένων επενδυτών: Είμαστε αποτελεσματικοί; Μήπως τους μπερδεύουμε περισσότερο όταν απευθύνονται σε φορείς του δημοσίου; Είναι ξεκάθαρο το αδειοδοτικό πλαίσιο; Δυστυχώς χάνουμε πάρα πολλούς επενδυτές στον κυκεώνα της γραφειοκρατίας, όταν αντιλαμβάνονται ότι …δεν ξέρουν τι ισχύει τελικά. Έρχονται σε εμάς για βοήθεια σε ένα στάδιο που δεν είναι μεν πολύ αργά, αλλά έχουν ήδη σχηματίσει αρνητικές εντυπώσεις και πρέπει εμείς το αρνητικό να το στρέψουμε προς το θετικό, αναδεικνύοντας τα θετικά σημεία που έχει σαφέστατα η χώρα και βοηθώντας τους να οδηγήσουν την επένδυσή τους σε εύλογη επιτυχία… Είναι δύσκολο το έργο αυτό…

ΕΡ. Και ποια ξεχωρίζουν οι Γερμανοί επενδυτές ως τα δυνατά σημεία της ελληνικής αγοράς;

ΑΠ. Το ανθρώπινο δυναμικό που υπάρχει εδώ είναι εξαιρετικά εκπαιδευμένο στις state of the art τεχνολογίες, ενώ παράλληλα μιλάει εξαιρετικά τουλάχιστον δύο γλώσσες. Κι εδώ μπορώ να σας πω από προσωπική πείρα ότι όταν ένας Γερμανός επενδυτής θα πάει σε κάποια άλλη χώρα, στην Ιταλία ή τη Γαλλία για παράδειγμα, θα έχει δυσκολίες να βρει άτομα που μιλάνε ξένες γλώσσες με επαγγελματισμό. Επίσης, στα θετικά στοιχεία συγκαταλέγεται η υποδομή, έχουμε αυτοκινητοδρόμους και καλές αεροπορικές συνδέσεις. Παράλληλα, ο ελληνικός λαός είναι γνωστός στην Ευρώπη ως άκρως φιλόξενος κι ευγενικός, έχουμε καταπληκτικό καιρό, μην το υποτιμούμε αυτό, και βαρύ πολιτισμό που στη δυτική Ευρώπη τον σέβονται όλοι. Υπάρχουν στοιχεία πραγματικά δυνατά, που μπορούν να προσελκύσουν ξένους επενδυτές. Αν καταφέρουμε να βελτιώσουμε τα αρνητικά, έστω να δώσουμε σημεία βελτίωσης, νομίζω ότι θα είμαστε σε πολύ καλό δρόμο. Και κάτι ακόμη: αυτό που λέγαμε από παλιά, ότι η Θεσσαλονίκη είναι πύλη των Βαλκανίων, η Ελλάδα δεν μπόρεσε να το υλοποιήσει. Η Θεσσαλονίκη είναι σε ένα γεωστρατηγικό σημείο, μέσω του οποίου ο Γερμανός επενδυτής θα μπορούσε, στήνοντας στην πόλη τα κεντρικά του γραφεία, να διεισδύσει στην ευρύτερη αγορά της νοτιοανατολικής Ευρώπης με τα 80 εκατ. πολίτες, όσο είναι και ολόκληρος ο πληθυσμός της Γερμανίας περίπου. ‘Αρα στη Θεσσαλονίκη υπάρχει τεράστιο δυναμικό, που αυτή τη στιγμή βρίσκεται πολύ χαμηλά, αλλά τα περιθώρια ανάπτυξης είναι πάρα πολύ μεγάλα. Αυτή τη στρατηγική σκέψη πρέπει να την έχουμε πάντα στο μυαλό μας όταν συζητάμε με Γερμανούς επενδυτές.

ΕΡ. Η ανάγκη απόλυτης επιμονής της Ελλάδας στη μεταρρυθμιστική προσπάθεια τονίζεται από πολλές πλευρές…

ΑΠ. Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια είναι μονόδρομος. Το θέμα είναι πώς θέλουμε εμείς στην Ελλάδα να διαμορφώσουμε αυτόν τον μονόδρομο. Θέλουμε να είναι ένας δρόμος εύκολα βατός, προσπελάσιμος ή θέλουμε να είναι μια δύσκολη ανηφόρα με εμπόδια; Μπορούμε να το διαλέξουμε. Χωρίς τις μεταρρυθμίσεις όμως, πραγματικά πιστεύω ότι θα χαθεί μια τεράστια ευκαιρία για να μεταρρυθμιστεί σε μεγάλο βαθμό η ελληνική οικονομία και η κοινωνία, την οποία πλήρωσε ο ελληνικός λαός και ιδιαίτερα η μικρομεσαία τάξη και τα χαμηλά στρώματα. Η Ελλάδα του σήμερα δεν είναι η Ελλάδα προ κρίσης. Καταλάβαμε ότι δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε κάποια όρια, ότι δεν μπορούμε να ζούμε μόνο με δανεικά κ.ο.κ. Είμαστε λοιπόν σε μονόδρομο. Πολλή δουλειά και πολιτικό θάρρος θέλει. Π.χ, για τη μεταρρύθμιση στον δημόσιο τομέα παρακολουθούμε όλοι με πόση δυσκολία προσπαθούν οι εκάστοτε κυβερνήσεις να περάσουν την αξιολόγηση στον δημόσιο τομέα. Είναι αδιανόητο! Γιατί να μην αξιολογηθούν όσοι πληρώνονται από τον ελληνικό λαό και τους επιχειρηματίες μέσω της φορολογίας για να τους εξυπηρετούν;

Mατίας Χόφμαν: Η εικόνα των Γερμανών επιχειρηματιών για την Ελλάδα έχει αλλάξει εντελώς

ΕΡ. Τα τελευταία χρόνια είδαμε αυξημένες γερμανικές επενδύσεις στη Βόρεια Ελλάδα. Σε ποιους τομείς εντοπίζετε τις πιο ευοίωνες προοπτικές για επενδύσεις; Από την επικοινωνία που έχετε με Γερμανούς επιχειρηματίες, σε ποιες γεωγραφικές περιοχές βλέπετε να εστιάζουν περισσότερο το ενδιαφέρον τους;

ΑΠ. Βλέπουμε κι εμείς ότι εδώ στη Βόρεια Ελλάδα θα συνεχιστεί αυτή η τάση κι ότι μικρές και μεσαίες γερμανικές επιχειρήσεις θα μπουν και το 2019 στην αγορά. ‘Εχουμε ήδη συζητήσεις με τρεις διαφορετικές εταιρείες, ενώ άλλες δύο έχουν σοβαρές σκέψεις για την Ελλάδα. Η Θεσσαλονίκη και η Βόρεια Ελλάδα στο σύνολό τους έχουν πολλά πλεονεκτήματα, ώστε να επιλέξει μια γερμανική εταιρεία να μπει στην αγορά εδώ. Μην φανταστείτε ότι οι Γερμανοί βλέπουν από την αρχή μόνο τη Θεσσαλονίκη ή την Ελλάδα! Πολλές φορές κάνουν μεγάλη έρευνα αγοράς σε άλλες χώρες και τελικά καταλήγουν πως είναι συμφέρον να επιλέξουν τη Θεσσαλονίκη ή τη Βόρεια Ελλάδα κι αυτό είναι κάτι πολύ θετικό.

Ως προς το ποιοι τομείς συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, θα έλεγα ότι είναι η πληροφορική που «τραβάει» πάρα πολύ. Στη Γερμανία υπάρχει έλλειψη προσωπικού σε όλες τις γερμανικές επιχειρήσεις πληροφορικής, οπότε ψάχνουν προγραμματιστές παντού. Δεν μπορούν να τους βρουν στη Γερμανία πια, οπότε βγαίνουν στο εξωτερικό και συχνά επιλέγουν να επενδύσουν στην Ελλάδα, που παράγει πολύ καλό ανθρώπινο δυναμικό σε αυτό τον τομέα. Γεωγραφικά το ενδιαφέρον τους επεκτείνεται σε όσες περιοχές υπάρχουν απόφοιτοι πανεπιστημίων με κατεύθυνση την πληροφορική, δηλαδή σε Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Κοζάνη, Ιωάννινα και Άρτα.

Για την πληροφορική κοιτάνε και στην Αττική, αλλά συχνά καταλήγουν πάλι στη Βόρεια Ελλάδα, γιατί στην Αττική δραστηριοποιούνται οι μεγάλες εταιρείες όπως η Microsoft και η Oracle, οπότε είναι πιο δύσκολο για μικρές γερμανικές επιχειρήσεις να μπουν στην εκεί αγορά, δεδομένου ότι υπάρχει ήδη έλλειψη προγραμματιστών. Επειδή η Θεσσαλονίκη και η Βόρεια Ελλάδα έχει και πανεπιστήμια και καλή σύνδεση με τα αεροδρόμια της Γερμανίας, δεν είναι και τόσο δύσκολο για μια μικρή γερμανική επιχείρηση να ιδρύσει εταιρεία εδώ.

Και στην ενέργεια και τις ανανεώσιμες πηγές υπάρχει ενδιαφέρον για να μπουν Γερμανοί επενδυτές στην ελληνική αγορά, συγκεκριμένα στην αποθήκευση ενέργειας και τη βιοενέργεια, το βιοαέριο. Στο βιοαέριο η Βόρεια Ελλάδα έχει πιο πολλές πρώτες ύλες από ό,τι η Νότια, π.χ., στη Λάρισα, τον Βόλο, την Πέλλα, όπου υπάρχει άφθονη πρώτη ύλη από σφαγεία και από φυτικά υπολείμματα.

Άλλος τομέας με ενδιαφέρον είναι ο τουρισμός βέβαια, όπου Γερμανοί επιχειρηματίες ενδιαφέρονται να επενδύσουν σε ξενοδοχειακές μονάδες, όχι μόνο στη Χαλκιδική, αλλά και στις πόλεις, και στη Θεσσαλονίκη. Ενδιαφέρον υπάρχει και για τη ναυτιλία αφού η Θεσσαλονίκη έχει προσελκύσει ενδιαφέρον με τις εξελίξεις στο λιμάνι, ενώ είναι πολύ σημαντικός ο κλάδος των υπηρεσιών, όπου υπάρχει πολύ γερμανόφωνο προσωπικό στη Βόρεια Ελλάδα.

ΕΡ. Σε παλαιότερη συζήτησή μας, το 2016, είχατε αναφέρει ότι αρχής γενομένης από το 2015, ήταν δύσκολο να κάνετε μάρκετινγκ για την Ελλάδα στη Γερμανία, με τα capital controls και τον φόβο του Grexit στο τραπέζι. Ποια είναι η εικόνα που έχουν σήμερα οι Γερμανοί επιχειρηματίες για την Ελλάδα;

ΑΠ. Το 2015 τα τηλεφωνήματα από τη Γερμανία στο επιμελητήριο δεν είχαν πολύ θετικό περιεχόμενο. Τώρα το κλίμα έχει αλλάξει εντελώς. Από το τραπέζι έχει φύγει το Grexit και επέστρεψε το ενδιαφέρον των Γερμανών επενδυτών. Βέβαια είναι σημαντικό ότι έγιναν οι μεγάλες γερμανικές επενδύσεις στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και το αεροδρόμιο, γιατί κάθε γερμανική επένδυση στην Ελλάδα δίνει μια σταθερότητα και όπως είπε και ο κ.Κελέμης, οι επενδυτές μιλάνε μεταξύ τους.

ΕΡ. Στο πρόσφατο παρελθόν, τα ελληνογερμανικά joint-ventures, π.χ. στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, δυστυχώς συχνά «κόλλησαν» στην έλλειψη ίδιων κεφαλαίων από ελληνικής πλευράς. Εκτιμάτε ότι έχει αρχίσει να ξεπερνιέται αυτό;

Η χρηματοδότηση, ιδιαίτερα για έργα ΑΠΕ, παραμένει δύσκολη, οι ελληνικές τράπεζες το βλέπουν ακόμη δύσκολο να βάλουν χρήματα. Για κοινοπραξίες, όμως, μεταξύ ελληνικών και γερμανικών εταιρειών, ο Γερμανός χρειάζεται να δει τη χρηματοδότηση, οπότε τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Είμαστε βέβαια (ως επιμελητήριο) σε επικοινωνία με την ProCredit Bank και κάθε φορά που έρχονται εδώ γερμανικές επιχειρήσεις έχουμε και μια συνάντηση με την τράπεζα, προκειμένου να συζητήσουμε τι μπορεί να γίνει.

Ερωτηθέντες αν σχεδιάζονται από πλευράς του επιμελητηρίου νέες πρωτοβουλίες για την περαιτέρω ενίσχυση των διμερών σχέσεων το 2019, οι κύριοι Κελέμης και Χόφμαν απαντούν πως για το νέο έτος έχουν προγραμματιστεί συνολικά 40-50 μικρές και μεγάλες εκδηλώσεις και workshops σε διάφορους τομείς και κλάδους, καθώς και επιχειρηματικές αποστολές από Ελλάδα προς Γερμανία και προς άλλες χώρες, σε συνεργασία με τα διμερή γερμανικά επιμελητήρια σε 92 κράτη, ώστε ο Ελληνας επιχειρηματίας να βοηθηθεί για να «βγει» όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και σε άλλες αγορές του κόσμου. Τέτοιες αποστολές σχεδιάζονται το 2019 στη Λατινική Αμερική, την Ασία και τη Βόρεια Αμερική (ΗΠΑ).

Read previous post:
Ύποπτος φάκελος εντοπίστηκε σε ιδιωτικό κολέγιο στο κέντρο

Ύποπτος φάκελος εντοπίστηκε σε ιδιωτικό κολέγιο της Θεσσαλονίκης, όπου μετέβη ειδικό κλιμάκιο της ΕΜΑΚ για την παραλαβή του.

Close