Οι υψηλές θέσεις είναι όπως οι πυραμίδες. Δύο ειδών ζώα μπορούν να ανέβουν στην κορυφή, ερπετά και αετοί.~Αλβέρτος Αϊνστάιν | (Φυσικός ) | 1879-1955

Τι να περιμένουμε από τις γερμανικές εκλογές

23 Σεπτέμβριος, 2017

Καθώς μένουν μόλις δύο ημέρες μέχρι τις γερμανικές εκλογές στις 24 Σεπτεμβρίου, ο νικητής φαίνεται ξεκάθαρα. Οδηγώντας τις δημοσκοπήσεις με 38%, οι Χριστιανοδημοκράτες της Merkel και το αδερφό Κόμμα CSU της Βαυαρίας φαίνεται ότι θα κυβερνήσουν τη Γερμανία για άλλη μια τετραετία. Ο κύριος εκλογικός ανταγωνιστής της, οι Σοσιαλδημοκράτες του SPD, βρίσκονται πολύ πίσω, στο 23%. Τα υπόλοιπα τέσσερα κόμματα που αναμένεται να εισέλθουν στη Βουλή αυτή τη φορά -Ελεύθεροι Δημοκράτες (FDP), Πράσινοι, ακροαεριστερό Die Linke και το ακροδεξιό AfD- κυμαίνονται όλα μεταξύ του 8%-11%, με τον αγώνα να είναι αμφίρροπος για το ποιο θα είναι τρίτο κόμμα.

Αυτή η προεκλογική περίοδος ήταν εν πολλοίς άνευ αντικειμένου, με το SPD του Martin Schulz να δίνει στη Merkel προβάδισμα απο νωρίς. Αντιθέτως, μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης επικεντρώθηκε στο εάν θα μπει στη Βουλή το αντί-μεταναστευτικό και ευρωσκεπτικιστικό AfD. Θα πρόκειται για το πρώτο ακροδεξιό κόμμα που θα το κάνει από το 1949. Ξεχωριστά, η επιστροφή του φιλό-επιχειρηματικού FDP, που τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν εξώ-κοινοβουλευτική αντιπολίτευση μετά από μια συντριπτική ήττα το 2013, έχει αναζωπυρώσει το γερμανικό πολιτικό τοπίο. Υπό το νέο τους ηγέτη Christian Lindner, έχουν ανασυγκροτηθεί επιτυχώς και διεξήγαν μία από τις πιο επιτυχημένες προεκλογιές εκστρατείες της περιόδου.

Μετά από τέσσερα χρόνια μιας Βουλής με τέσσερα κόμματα, όπου το 80% των εδρών το ατείχε ο κυβερνών «μεγάλος συνασπισμός” των CDU/CSU και SPD, η επόμενη βουλή της Γερμανίας υπόσχεται να είναι πιο ζωντανό. Καθώς αναμένεται να περάσουν το όριο του 5% έξι κόμματα, είναι απίθανο οποιοσδήποτε συνασπισμός να μπορεί να ενώσει περισσότερο από το 65% των εδρών, δημιουργώντας αρκετό χώρο για μια ισχυρή αντιπολίτευση.

Συνασπισμοί, συνασπισμοί, συνασπισμοί…
Αν και οι κυβερνήσεις συνασπισμού είναι σπάνιες στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γερμανία είναι ο κανόνας. Από το 1945, ήταν το αποτέλεσμα κάθε ομοσπονδιακών εκλογών της Γερμανίας, καθώς και πολλών σε επίπεδο κρατιδίων. Και χρειάζονται χρόνο για να διαπραγματευτούν, κατά μέσο ορο περισσότερο απο ένα μήνα. Οι διαπραγματεύσεις για τη δημιουργία της τελευταίας κυβέρνησης συνασπισμού της Γερμανίας μεταξύ CDU/CSU και SPD διήρκεσαν 86 ημέρες, κάτι που μπορούμε να δούμε ξανά μετά τα αποτελέσματα της Κυριακής, ιδιαίτερα δεδομένης της απροθυμίας των κομμάτων να συνεργαστούν με το AfD και το Die Linke, που περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα πράγματα.

Η Merkel θα αντιμετωπίσει μια δύσκολη πρόκληση με τα αποτελέσματα της Κυριακής. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκλογές, δεν υπάρχει «Wunschkoalition” (ιδανικός συνασπισμός) εν όψει αυτή τη φορά, ένα πρόβλημα που μέχρι ενός βαθμού το προκαλεί η ίδια και προκύπτει από τη συνεχιζόμενη πολιτική επιτυχία των τελευταίων 12 ετών. Ο παραδοσιακός κεντροδεξιός σύμμαχος του CDU, το FDP, απέτυχε να επανέλθει στη Βουλή μετά από την τελευταία του θητεία ως μικρός εταίρος στο συνασπισμό με το CDU -κυρίως επειδή δεν ήταν σε θέση να προωθήσει τις δικές του προεκλογικές υποσχέσεις έναντι των κυρίαρχων Χριστιανοδημοκρατών. Είναι πολύ επιφυλακτικοί να επαναλάβουν το ίδιο λάθος ξανά.

Ο τωρινός ετάιρος του συνασπισμού του CDU, το SPD, αντιμετωπίζει ένα παρόμοιο δίλημμα. Πολλά μέλη του κόμματος αποδίδουν την πρόσφατη πτώση στο προφίλ και στη δημοτικότητα, στο ρόλο του ως μικρότερος εταίρος στο συνασπισμό της Merkel. Ενώ η Καγκελάριος κερδίζει τα ευσημα για τις επιτυχημένες μεταρρυθμίσεις, το SPD δεν είναι σε θέση να παρουσιάσει τον εαυτό του ως αξιόπιστη εναλλακτική του συντηρητικού κυβερνητικού εταίρου Ικάτι παρόμοιο με τους Βρετανούς Φιλελεύθερους Δημοκράτες). Ενώ ο υπουργός Εξωτερικών του SPD, Sigmar Gabriel, δημοσίως απέκλεισε άλλον έναν «Μεγάλο Συνασπισμό” και πολλοί μέσα στο κόμμα εύχονται το ίδιο, ο Schulz έχει κρατήσει όλες τις επιλογές ανοιχτές.

Τι πρόκειται να γίνει τότε;

Οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις αφήνουν να εννοηθεί ότι μόνο δύο πιθανοί συνασπισμοί θα εγγυηθούν μια κυβέρνηση πλειοψφίας, και οι δύο με προβλήματα. Η πρώτη επιλογή θα ήταν η συνέχιση του τωρινού «Μεγάλου Συνασπισμού” με το CDU/CSU και το SPD, που θα ενώσουν το 60% των συνολικών ψήφων. Αυτό δεν είναι μόνο αντιδημοφιλές στο ίδιο το SPD, αλλά επίσης και για το ευρύτερο γερμανικό εκλογικό σώμα, που βλέπει τη συνεχή συγχώνευση μεταξύ των δύο μεγαλύτερων κομμάτων της Γερμανιας, ως ένα σιωπηλό δολοφόνο του πολιτικού διαλόγου στη χώρα.

Η δεύτερη επιλογή είναι ο «συνασπισμός Jamaica” με τα CDU/CSU, FDP και τους Πρασίνους, με τις δημοσκοπήσεις να δίνουν στο σύνολο το 52%. Αυτή η συμμαχία δεν έχει υπάρξει ξανά σε ομοσπονδιακό επίπεδο μέχρι στιγμής και θα αποδεικνυόταν δύσκολο να διαπραγματευθεί. Το FDP και οι Πράσινοι έχουν ριζικά αντίθετες ατζέντες σε βασικά ζητήματα όπως το περιβάλλον, το diesel gate ή την ευρωζώνη και έχουν ανοιχτά επιτεθεί το ένα το άλλο τις τελευταίες εβδομάδες. Αυτή η εσωτερική διαίρεση μεταξύν των CDU και CSU, τυπικά μία ένωση αλλά συχνά αποκλίνοντα σε βασικά ζητήματα όπως η μετανάστευση, θα περιέπλεκαν περαιτέρω οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις σε αυτή την κατεύθυνση.

Ο παραδοσιακός κεντροδεξιός «Wunschkoalition” των CDU/CSU και του FDP, οριακά δεν κερδίζει την αυτοδυναμία στις τρέχουσες δημοσκοπήσεις, συγκεντρώνοντας το 48%. Άλλος ένας πολυσυζητημένος συνσπισμός, ο «Μαύρος-Πράσινος” (CDU/CSU και οι Πράσινοι) φαίνεται ολοένα και πιο μη ρεαλιστικός- αυτή τη στιγμή διαμορφώνεται στο 46% με βάση τις δημοσκοπήσεις. Καθώς το ένα τρίτο περίπου του γερμανικού εκλογικού σώματος δεν έχει αποφασίσει ακόμη ποιον θα ψηφίσει και τα περιθώρια είναι χαμηλά, αυτοί οι συνασπισμοί μπορεί ακόμη να γίνουν πιθανοί. Οποιοσδήποτε συνασπισμός χωρίς τη Merkel από την άλλη πλευρά, όπως μια αριστερή συμμαχία των SPD, Πρασίνων και Die Linke, είναι εκτός συζήτησης σε αυτό το σημείο.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Γερμανία αντιμετωπίζει αυξημένες πιέσεις από το Παρίσι και τις Βρυξέλλες να δεσμευτεί σε μεγάλης κλίμακας μεταρρύθμιση της ευρωζώνης. Μέχρι στιγμής, το σχέδιο του Emmnuel Macron να δημιουργήσει έναν προϋπολογισμό της ευρωζώνης αξίας αρκετών ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ, να εισάγει ένα υπουργείο Οικονομικών της ΕΕ και να δημιουργήσει ενα ΕΥρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο (EMF) έχει λάβει ανάμεικτες αντιδράσεις από το Βερολίνο. Το CDU έχει επιδείξει προθυμία να συμβιβαστεί σε συγκεκριμένα σημεία, ωστόσο θέλει πρώτα να δει εσωτερικές μεταρρυθμίοσεις στη Γαλλία. Το SPD και οι Πράσινοι συμφωνούν με τις περισσότερες από τις απαιτήσεις του Macron, και πιθανώς θα μετατόπιζαν μια γερμανική κυβέρνηση σε μια πιο φιλική στάση προς το Παρίσι.

Το FDP ωστόσο αντιτίθεται απερίφραστα στις προτάσεις μεταρρύθμισης του Macron -απορρίπτει κατηγορηματικά τη δημιουργία κοινού προϋπολογισμού για την ΕΕ και θα προτιμούσε να δει τον ESM να κλείνει παρά να μεταμορφώνεται σε EMF. Αντί να επενδύσουν περισσότερα γερμανικά κεφάλαια στην κοινή διακυβέρνηση της ευρωζώνης, οι Ελεύθεροι Δημοκράτες θέλουν να εισάγουν έναν μηχανισμό για τα κράτη-μέλη να αποχωρούν από την ευρωζώνη, και να πιέσει για την ενίσχυση της ρήτρας κατάργησης των διασώσεων. Ως εκ τούτου, να περιμένετε ότι μία γερμανική κυβέρνηση που θα περιλαμβάνει το FDP, θα είναι ένας δύσκολος διαπραγματευτικός εταίρος για το Παρίσι.

Αφήνοντας την ευρωζώνη στην άκρη, υπάρχει μια ευρεία συναίνεση μεταξύ των γερμανικών mainstream κομμάτων για την περαιτέρω εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ανεξάρτητα από τον συνασπισμό, η επόμενη κυβέρνηση της Γερμανία είναι πιθανό να υποστηρίξει την αμυντική συνεργασία και την ανάπτυξη μιας ενιαίας εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Αναφορικά με το θέμα του Brexit και των μελλοντικών σχέσεων Ηνωμένου Βασιλείου-ΕΕ, ήδη εξήγησα σε προσφατο άρθρο ότι οι γερμανικές εκλογές είναι απίθανο να προκαλέσουν μια αποφασιστική μεταβολή στη στάση της Γερμανίας στις διαπραγματεύσεις. Παρόλα αυτά, η συμμετοχή του FDP στην επόμενη γερμανική κυβέρνηση ενδέχεται να γείρει την ισορροπία ελαφρώς υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου.

Στο εσωτερικό, το μεταναστευτικό και το άσυλο ήταν κυρίαρχα θέματα. Με οδηγό έν ισχυρό AfD του οποίου η προεκλογική εκστρατεία αναφερόταν σχεδόν αποκλειστικά στο θέμα της μετανάστευσης, τα CDU, CSU, FDP επέλεξαν μια πιο περιοριστική προσέγγιση για τις μελλοντικές αιτήσεις ασύλου. Ακόμη και το ακρο-αριστερό Die Linke διατύπωσε αιτήματα για πιο περιοριστικές πολιτικές μετανάστευσης και ασύλου, αφήνοντας το SPD και τους Πράσινους ως τους μόνους υπερασπιτές της προσέγγισης ανοιχτής θύρας. Οι παραδοσιακές συζητήσεις αριστεράς-δεκιάς για την κοινωνική δικαιοσύνη, την ανακατανομή και τις διαρθρωτικές επενδύσεις ήταν παρούσες, ωστόσο απέτυχαν για άλλη μία φορά να κερδίσουν το ενδιαφέρον, κάτι στο οποίο ήλπιζε το SPD. Καθώς μεγάλα μέρη του γερμανικού πληθυσμού είναι ικανοποιημένα με την ατομική τους οικονομική κατάσταση και με αυτή της χώρας, το επίκεντρό τους παραμένει στη συνέχιση αντί στην επανάσταση.

Τα διογκούμενα άκρα στη γερμανική πολιτικη
Ανεξάρτητα από τα τελικά αποτελέσματα, θα πάρει χρόνο στη Merkel να σχηματίσει κυβέρνηση. ΤΟ SPD και το FDP έχουν μάθει από τα λάθη του παρελθόντος και θα διαπραγματευτούν σκληρά με το CDU. Το ίδιο και οι Πράσινοι, εάν ενταχθούν στον συνασπισμό Jamaica, περίπτωση στην οποία οι διαπραγματεύσεις θα γίνουν ακόμη πιο περίπλοκες. Αυτό που είναι ξεκάθαρο ωστόσο, είναι πως η επόμενη γερμανική κυβέρνηση θα είναι και πάλι κεντρώα και αποφασιστικά φιλό-ευρωπαϊκή. Ενώ τα AfD και Die Like, τα δύο αντί-κεντρώα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα, θα μπουν στην ομοσπονδιακή βουλή της Γερμανίας, κανένα δεν έχει πραγματική πιθανότητα συν-διακυβέρνησης.

Ωστόσο, η άνοδος του AfD σηματοδοτεί μια δραματική αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, καθώς τα ακροδεξιά λαϊκιστικά κόμματα εμφανίστηκαν σταδιακά σε όλη την Ευρώπη και άρχισαν να μεταμορφώνουν τις δημόσιες συζητήσεις, η Γερμανία φάνηκε κάπως να έχει ανοσία σε αυτό το φαινόμενο, εν μέρει εξαιτίας της ιδιαίτερης ιστορικής κληρονομιάς της. Οι πρόσφατες εκλογικές επιτυχίες σε επίπεδο κρατιδίων και το 9%-11% που προβλέπεται να συγκεντρώσει στις ομοσπονδιακές εκλογές της Κυριακής, σηματοδοτούν το τέλος  αυτής της εικόνας. Λαμβάνοντας υπόψη και το ακροαριστερό Die Linke, το οποίο είχε στην προεκλογική του εκστρατεία τη Γερμανία να αποχωρεί από το ΝΑΤΟ και να καταργεί όλες τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες, περίπου το 20% των ψήφων της Κυριακής θα πάει σε αντί-συστημικά κόμματα. Σε κάποια γερμανικά κρατίδια όπως η Σαξονία, η υποστήριξη και για τα δύο κόμματα προβλέπεται μέχρι και το 40%.

Η αυξανόμενη πόλωση που χαρακτηρίζει την τρέχουσα πολιτική συζήτηση ας πούμε στις ΗΠΑ, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Γαλλία, αρχίζει ως εκ τούτου αργά αλλά σταθερά, να εμφανίζεται στη Γερμανία. Παρά το αποφασιστικά κεντρώο πολιτικό τοπίο, φυγόκεντρες δυνάμεις που επιδιώκουν να μετατοπίσουν τη δημόσια συζήτηση προς τις έννοιες του «πολιτισμικού πολέμου” και να πολώσουν τη στρατηγική «εμείς εναντίον τους”, αυξάνονται σε δημοτικότητα. ΟΙ γενικότεροι φόβοι για τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έγιναν δεκτοί με δημόσια δυσαρέσκεια για τον χειρισμό της προσφυγικής κρίσης από τη γερμανική κυβέρνηση το 2015, οδηγώντας σε μια άνευ προηγουμένου αύξηση της στήριξης της ακροδεξιάς στη Γερμανία. Εάν αυτές οι δυνάμεις θα γίνουν ένα μόνιμο χαρακτηριστικό του πολιτικού τοπίου της Γερμανίας ή θα εξαφανιστούν ξανά στο μέλλον, μένει να φανεί.

Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://openeurope.org.uk/today/blog/what-to-expect-from-german-elections/

Read previous post:
«Ντροπή για το Γερμανία το ακροδεξιό AfD στη Βουλή»

Τους υπαίτιους αναζητά ο γερμανικός τύπος για το ότι στη βουλή μπαίνει για πρώτη φορά το ακροδεξιό κόμμα "Εναλλακτική για...

Close