Διά να αισθανθή κανείς την ιδική του ευτυχίαν, πρέπει να παύση ενοχλούμενος από την ευτυχίαν των άλλων. Δημήτσης Καραμπούρογλου, 1852-1942, Έλληνας γνωμικογράφος

Οι νικητές των βραβείων «Μ. Μερκούρη» και «Δ. Χορν» μιλούν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ

27 Απρίλιος, 2018

Είναι αδιαμφισβήτητα δύο από τα θεατρικά πρόσωπα της χρονιάς, καθώς με τις ερμηνείες τους στην παράσταση του Γιάννη Οικονομίδη «Στέλλα κοιμήσου», που παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία για δύο θεατρικές περιόδους στο Εθνικό Θέατρο, ξεχώρισαν για το ταλέντο, τη φρεσκάδα και τον δυναμισμό τους. Γι αυτό άλλωστε και η βράβευση της Ιωάννας Κολλιοπούλου και του Γιάννη Νιάρρου με τα θεατρικά βραβεία «Μελίνα Μερκούρη» και «Δημήτρης Χορν» αντίστοιχα, σε αναγνώριση της καλύτερης γυναικείας και ανδρικής ερμηνείας νέου ηθοποιού της περασμένης σεζόν, δεν προκαλεί έκπληξη.

Οι δύο ηθοποιοί της πολυσυζητημένης παράστασης, η οποία την ερχόμενη σεζόν (2018 – 2019) θα βρει στέγη στο θέατρο «Τζένη Καρέζη», μίλησαν στο Αθηναϊκό και Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων για τους ρόλους που τους χάρισαν το βραβείο, τη συνεργασία τους με τον Γ. Οικονομίδη, την πρώτη τους επαφή με το θέατρο, αλλά και το πώς είναι να προσπαθεί κανείς να αφιερωθεί στην τέχνη σήμερα.

Ιωάννα Κολλιοπούλου: «Η αναζήτηση δεν σταματάει ποτέ»

Για την Ιωάννα Κολλιοπούλου, το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη» ήταν… «μία ώθηση κι ένα χτύπημα στην πλάτη για να συνεχίσω να δουλεύω σκληρά για κάτι που αγαπώ». «Ήταν τιμητικό για μένα και μόνο που ήμουν υποψήφια. Τη βράβευση τη βλέπω σαν μια ανταμοιβή και μια αναγνώριση των κόπων όλων των συντελεστών της παράστασης» δηλώνει η νεαρή ηθοποιός λίγο πριν φύγει για τη Θεσσαλονίκη, όπου θα κάνει πρόβες με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος για τον «Ορέστη» του Ευριπίδη που θα παιχτεί το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη.

Από τη συνεργασία με τον κινηματογραφιστή Γιάννη Οικονομίδη («Σπιρτόκουτο», «Η Ψυχή στο στόμα», «Μαχαιροβγάλτης», «Το Μικρό Ψάρι») κρατάει τα πάντα. «Δεν είναι μια απλή συνεργασία για μένα, είναι μια οικογενειακή υπόθεση. Ξεκινήσαμε με άδεια χαρτιά, από το μηδέν, να χτίζουμε κάτι άγνωστο, με πολύ ιδρώτα και σκληρή δουλειά. Δεθήκαμε σαν οικογένεια όλοι οι συντελεστές. Η εμπειρία της συγκεκριμένης παραγωγής είναι κάτι που δεν είχα ξαναζήσει και δεν ξέρω αν θα το ξαναζήσω. Δεν μου είχε συμβεί να παίζω σε παράσταση που δεν υπάρχει κείμενο και που όλοι οι ηθοποιοί αυτοσχεδιάζαμε κάθε μέρα».

Και τις δύο σεζόν που παίχτηκε στο Εθνικό Θέατρο το «Στέλλα κοιμήσου» σημείωσε συνεχόμενα sold out, με τους θεατές να βρίσκονται σε λίστα αναμονής για ένα εισιτήριο. Η ηθοποιός θεωρεί ότι η επιτυχία οφείλεται αρχικά στο γεγονός ότι ήταν η πρώτη αναμέτρηση με το θέατρο του Γιάννη Οικονομίδη, κάτι που προκάλεσε το ενδιαφέρον του κοινού, και έπειτα στο ότι ήταν «μια σκληρή σε σημεία παράσταση που άγγιξε θέματα που απασχολούν τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία και αφορούν τη σύγχρονη ελληνική οικογένεια».

Στην ηρωίδα της, τη «Στέλλα» -η οποία της «χάρισε» για ένα χρόνο την αγαπημένη καρφίτσα της Μελίνας Μερκούρη- θαυμάζει «τη δύναμη της, που προέρχεται από το πιο όμορφο συναίσθημα, τον έρωτα». Η ίδια, αντλεί δύναμη από τους ανθρώπους που έχει συναντήσει σε αυτό το επάγγελμα- τους καθηγητές της στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, τους καλλιτέχνες και τους ηθοποιούς που έχει συνεργαστεί και την έχουν «διαμορφώσει σαν άνθρωπο και σαν καλλιτέχνη».

Με το θέατρο αποφάσισε ν’ ασχοληθεί επαγγελματικά στα 23 της, αφού πρώτα αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωστόσο, το όνειρο της υποκριτικής είχε αρχίσει να διαμορφώνεται μέσα της από τα σχολικά της χρόνια. «Στα 16 μου, συμμετείχα στη θεατρική ομάδα του σχολείου και ανακάλυψα έναν άγνωστο μέχρι τότε τρόπο επικοινωνίας και έκφρασης. Η πιο σημαντική στιγμή από την πρώτη μου επαφή με το θέατρο ήταν το βραχυκύκλωμα που ένιωσα όταν είπα τα πρώτα μου λόγια».

Για τη νεαρή ηθοποιό το να προσπαθεί κανείς να αφιερωθεί στην τέχνη στην Ελλάδα σήμερα, «είναι δύσκολο, όπως σε όλα τα επαγγέλματα πλέον. Δεν υπάρχουν οικονομικοί πόροι και το πεδίο δραστηριότητας δεν είναι αρκετό για να απορροφήσει όλους όσους ασχολούνται με τις τέχνες». Ωστόσο, πιστεύει πως παίζουν σημαντικό ρόλο πολλοί παράγοντες για να τα καταφέρεις: «Η τύχη, οι κατάλληλες συνθήκες, η χρονική συγκυρία, η υπομονή, η επιμονή, η πειθαρχία, η σκληρή δουλειά και η αγάπη γι αυτό που κάνεις. Θεωρώ πως μέχρι στιγμής έχω κάνει σωστά βήματα, αλλά η αναζήτηση δεν σταματάει ποτέ». Όσο για το τι προσδοκά για το μέλλον; «Να δουλεύω για πολλά χρόνια ακόμα σε αυτό το χώρο και να συναντώ δημιουργικούς ανθρώπους που αγαπούν εξίσου την τέχνη αυτή».

Γιάννης Νιάρρος: «Σε πρώτο πλάνο μένει πάντα η απόλαυση της δουλειάς»

Πάντα του άρεσε να κάνει τον κόσμο να γελάει. Στο δημοτικό έκανε μιμήσεις του παππού του και των φίλων του, και από τότε, όπως λέει, «το έχω σαν μικρόβιο στο μυαλό που εξελίχθηκε και πήρε τελείως άλλη μορφή». Η «Γριά» στον «Πλούτο» του Αριστοφάνη ήταν από τους πρώτους ρόλους που έπαιξε στο θέατρο ο Γιάννης Νιάρρος και θα του μείνει αξέχαστη.

Το ίδιο αξέχαστη, θα του μείνει ίσως και η φετινή τελετή απονομής του βραβείου Χορν, για το οποίο ήταν για δεύτερη συνεχόμενη φορά υποψήφιος. «Το αισθάνομαι σαν μια επιβράβευση από τους ανθρώπους του χώρου και μια ώθηση να συνεχίσω να κάνω αυτό που κάνω, με τον τρόπο που το κάνω» εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Γιάννης Νιάρρος.

Από την εμπειρία του στο «Στέλλα κοιμήσου» κρατά την αυθεντικότητα του Γιάννη Οικονομίδη, της παράστασης και της ομάδας. «Πολλή δουλειά, πολλή χαρά, πολύ μπινελίκι! Ήταν κάτι απλοϊκό που παρόλα αυτά δεν είχαμε ξαναδεί. Ανθρώπους να μιλάνε την καθημερινή μας γλώσσα σε ακραίες καταστάσεις» λέει. Η πρόκληση του να υποδυθεί τον ρόλο του Γιώργου Γερακάρη, ήταν όπως επισημαίνει, «ότι δεν ξέραμε τίποτα για εκείνον». «Όμως σιγά σιγά όταν άρχισε να παίρνει την τελική του μορφή ο χαρακτήρας, η πρόκληση αυτή λειτούργησε σαν ελευθερία. Ο Γιωργάκης ως «καμένος χασικλής» μπορεί απλά να κάνει τα πάντα. Είναι από τους πιο διασκεδαστικούς ρόλους που έχω παίξει».

Για τον ίδιο, η δουλειά για έναν νέο ηθοποιό δεν είναι και τόσο ανέμελη, επειδή «μπορεί να έχει ν’ αναμετρηθεί με πολλούς ρόλους μέσα σε μία σεζόν», αλλά είναι άκρως δημιουργική γιατί «πολλά στηρίζονται πάνω του και γιατί υπάρχουν πάνω από χίλιες παραστάσεις τον χρόνο για να παίξει. Άπειροι άνθρωποι να γνωρίσεις και να δουλέψεις».

Αν και το επάγγελμα του ηθοποιού μοιάζει να μην παρέχει κάποιου είδους ασφάλεια, ο Γ. Νιάρρος θεωρεί πως είναι από τους τυχερούς της γενιάς του στο θέατρο: «Τα πράγματα είναι ακριβώς όπως τα ήθελα και εύχομαι να συνεχίσουν να πηγαίνουν έτσι. Σίγουρα στην Ελλάδα υπάρχουν λίγες ευκαιρίες εξέλιξης, αλλά σε πρώτο πλάνο μένει πάντα η απόλαυση της δουλειάς μας».

Κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας είχε την τύχη να γνωρίσει σημαντικούς ανθρώπους που υπήρξαν δάσκαλοι του, όπως την Αγγελική Γκιργκινούδη, τον Θέμη Πάνου και τον Ακύλλα Καραζήση που «με τη στάση τους στην τέχνη και τη ζωή», τον έκαναν «καλύτερο άνθρωπο και ηθοποιό, πιο ήρεμο και πιο χαρούμενο». «Στιγμές πρόβας μαζί τους έχουν μείνει χαραγμένες στο μυαλό μου και είναι ίσως από τις πιο ευτυχισμένες της ζωής μου» ομολογεί. Για το μέλλον, προσδοκά να είναι σε παραστάσεις «που περνάω καλά, που μου αρέσουν καλλιτεχνικά, που πληρώνομαι και παράλληλα θα ήθελα να ασχοληθώ περισσότερο με την μουσική».

Την επόμενη σεζόν, θα συνεχίσει με το «Στέλλα Κοιμήσου», κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο «Τζένη Καρέζη», ενώ τις υπόλοιπες μέρες θα παίζει στο «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα» του Σάιμον Στέφενς που ετοιμάζει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, μαζί με τους Γιώργο Χρυσοστόμου και Μαρία Καλλιμάνη. Μέσα στο καλοκαίρι θα συμμετέχει στο έργο της Έλενας Πέγκα, «Πορνοστάρ – Η αόρατη βιομηχανία του σεξ» που σκηνοθετεί ο διευθυντής του Μπαλέτου της ΕΛΣ, Κωνσταντίνος Ρήγος, για το Φεστιβάλ Αθηνών, ενώ στις 21 Μαΐου και 4 Ιουνίου θα παρουσιάσει ένα μουσικό stand up στο Faust με τίτλο «Life Before Grammy’s».

Read previous post:
Εκδήλωση για τη θρησκευτική ελευθερία στο σχολείο

Η εκπαίδευση και η διδασκαλία πρέπει να αποσκοπεί στη «συμπερίληψη» και όχι στον «αποκλεισμό» των μαθητών, αναφορικά με τη θρησκευτική...

Close