Η κυκλοφορία της εμπιστοσύνης είναι προτιμότερη από την κυκλοφορία του χρήματος. James Madison, 1751-1863, Αμερικανός πρόεδρος [1809-1817]

Να τελειώνει το «παρατείνουμε και προσποιούμαστε» με την Ελλάδα

Η Ελλάδα χρειάζεται μια συμφωνία τώρα με τους πιστωτές της (τη λεγόμενη τρόικα, η οποία περιλαμβάνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα). Ωστόσο, όλες οι πλευρές ακολουθούν μια καταστροφική στρατηγική τύπου «παρατείνουμε-και-προσποιούμαστε» (extend-and-pretend) εστιάζοντας σε ένα στενό πλαίσιο φορολογικών ζητημάτων και συντάξεων. Μάλιστα πλέον ακούγονται φήμες πως η ελληνική κυβέρνηση και η τρόικα εξετάζουν άλλη μία παράταση της συμφωνίας που υποτίθετο πως θα έληγε πέρυσι.

Στον πυρήνα της ελληνικής κρίσης βρίσκονται διαρθρωτικά προβλήματα: μια δυσλειτουργική δημόσια διοίκηση, ολιγοπωλιακές αγορές προϊόντων, φαιδρές ρυθμιστικές επιβαρύνσεις, γραφειοκρατικές διαδικασίες, και ένα παράλογα βραδύ δικαστικό σύστημα. Δίχως κάποια σαφή στρατηγική για την αντιμετώπισή τους, οποιαδήποτε συμφωνία θα στερείται αξιοπιστίας.

Αλλά αν είναι έτσι – και πολλοί μοιάζουν να πιστεύουν πως έτσι είναι – η τρέχουσα στρατηγική είναι καταδικασμένη να αποτύχει για δύο λόγους. Πρώτον, οποιοδήποτε ολοκληρωμένο πακέτο διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων μπορεί να εφαρμοστεί μόνο αν υπάρξει χαλάρωση της λιτότητας. Δεύτερον, η παράταση θα επέτεινε την αίσθηση της αβεβαιότητας που μέχρι σήμερα θέτει σε κίνδυνο την ανάκαμψη της Ελλάδας.

Μια αξιόπιστη δέσμευση από την Ελλάδα για σώφρονες μακροοικονομικές πολιτικές απαιτεί την προσαρμογή των στόχων της τρόικας ώστε να αντανακλούν την πραγματικότητα. Οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις μοιαζουν να οραματίζονται μετριοπαθές πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 0,8% έως 1% του ΑΕΠ για το 2015. Ωστόσο, ο καλύτερος εφικτός στόχος θα ήταν ένα αμελητέο συμβολικό πλεόνασμα για το πρωτογενές ισοζύγιο (το οποίο δεν περιλαμβάνει τις πληρωμές τόκων επί του χρέους) φέτος, και μια βαθμιαία αύξηση στη συνέχεια σε ένα ρεαλιστικό ποσοστό της τάξης του 1,5% έως 2% του ΑΕΠ.

Είναι γεγονός ότι, δεδομένης της έλλειψης ρευστότητας, των ολιγοπωλιακών αγορών προϊόντων, και του μικρού εξαγωγικού τομέα, οποιαδήποτε περαιτέρω λιτότητα θα οδηγήσει απλά την Ελλάδα σε βαθύτερη ύφεση. Αντίθετα, η ελαχιστοποίηση του στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος θα ενθάρυυνε την κυβέρνηση να υλοποιήσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και να βοηθήσει στην αποκατάσταση της εικόνας της Ευρώπης στα μάτια των απλών Ελλήνων, καταπολεμώντας έτσι τα λαϊκιστικά, συνωμοσιολογικά επιχειρήματα που σαμποτάρουν τις διαπραγματεύσεις.

Ο ρεαλισμός είναι απαραίτητος και για τις συντάξεις επίσης. Τα μοτίβα πρόωρης συνταξιοδότησης – το ένα τρίτο των εργαζομένων του δημοσίου τομέα συνταξιοδοτούνται σήμερα πριν από την ηλικία των 55 – θα πρέπει να αντιμετωπιστούν αμέσως. Η κυβέρνηση θα πρέπει να αυξήσει σταδιακά την ηλικία συνταξιοδότησης για τους νέους εργαζόμενους, να καταπολεμήσει τη διαφυγή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, και να αποδεχθεί τη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος για τα επικουρικά συνταξιοδοτικά ταμεία.

Ωστόσο, η κοινή οικονομική και κοινωνική λογική απαιτεί από την τρόικα να επιτρέψει να υπάρξει ένα μεταβατικό στάδιο, διότι οι περικοπές στις συντάξεις θα είναι υφεσιακές. Το ίδιο ισχύει και για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας, η οποία έχει απελευθερωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, εν μέσω ραγδαίας μείωσης των πραγματικών μισθών.

Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι μια νέα συμφωνία με μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό – η οποία να αναγνωρίζει την ανάγκη τα μέτρα να ληφθούν με τη σωστή σειρά, καθυστερώντας εκείνα που θα έχουν υφεσιακές επιπτώσεις. Η συμφωνία θα πρέπει να εστιάζει στο επιχειρηματικό περιβάλλον, επιτρέποντας στις δυνάμεις της δημιουργικής καταστροφής να θέσουν τα θεμέλια για μια βιώσιμη ανάκαμψη.

Η ελληνική οικονομία χρειάζεται μια ανακατανομή του κεφαλαίου και της εργασίας σε επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό και τομείς με υψηλή ένταση δεξιοτήτων. Τα κυβερνητικά στελέχη δεν θα πρέπει να δαιμονοποιούν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και την επιχειρηματική δραστηριότητα, ούτε να τις τιμωρούν με υπερβολική, «καπριτσιόζικη» φορολογία. Αντ΄ αυτού, θα πρέπει να επικεντρωθούν στις επείγουσες θεραπευτικές δράσεις που χρειάζονται προκειμένου να επιστρέψει η βιώσιμη ανάπτυξη.

Πρώτον, η μεταρρύθμιση της αγοράς προϊόντων δεν μπορεί να καθυστερήσει. Οι νομοθέτες πρέπει, για παράδειγμα, να άρουν τα εμπόδια που αποθαρρύνουν τις ξένες και εγχώριες επενδύσεις· να ανοίξουν τα κλειστά επαγγέλματα· να αφαιρέσουν τα ανώτατα όρια τιμών· και να μειώσουν τις απαιτήσεις αδειοδότησης και άλλους αναχρονιστικούς φραγμούς ώστε να προάγουν την είσοδο και την επέκταση (entry and expansion).

Δεύτερον, η περιορισμένη διοικητική ικανότητα του κράτους θα πρέπει να βελτιωθεί. Τουλάχιστον, οι θέσεις εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων θα πρέπει να απαγκιστρωθούν από το πολιτικό πατρονάρισμα. Οι μηχανισμοί βελτίωσης της διαφάνειας και της λογοδοσίας θα πρέπει να ενισχυθούν – για παράδειγμα, μέσω της μηχανοργάνωσης.

Τρίτον, η Ελλάδα χρειάζεται ένα υγιές και προβλέψιμο νομικό σύστημα. Σήμερα, το νομικό πλαίσιο για τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, την προστασία των επενδυτών, και την εταιρική διακυβέρνηση είναι εξαιρετικά αδύναμο, και τα πρόσφατα νομοθετικά μέτρα σε ό,τι αφορά στην προσωπική ευθύνη των μετόχων σε εταιρείες περιορισμένης ευθύνης έχουν κάνει τα πράγματα χειρότερα.

Τέταρτον, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να επανεξετάσει τη δικαστική διαδικασία. Η αναποτελεσματικότητα των δικαστηρίων προστατεύει τους έχοντες γνώση εμπιστευτικών πληροφοριών και εμποδίζει την επιχειρηματικότητα. Συμβάλλει επίσης στην ανισότητα και τρέφει την πεποίθηση των Ελλήνων πως το σύστημα είναι άδικο – που πράγματι είναι. Αντί να υιοθετήσει μία κλιμακωτή προσέγγιση, η κυβέρνηση θα πρέπει να προβεί σε μια «μεγάλη ώθηση». Προκειμένου να καθαρίσει το πελώριο υπόλοιπο ανεκδίκαστων υποθέσεων, οι αρχές θα πρέπει να εξετάσουν την πρόσληψη ειρηνοδικών μερικής απασχόλησης και το άνοιγμα των δικαστηρίων τα σαββατοκύριακα και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Οι μεσοπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν τη δημιουργία ειδικών δικαστηρίων και την προώθηση εναλλακτικών μηχανισμών επίλυσης διαφορών.

Η νέα κυβέρνηση υποσχέθηκε μια νέα αρχή. Ωστόσο μέχρι στιγμής έχει κάνει ελάχιστα, ακόμη και σε τομείς υψηλής προτεραιότητας (όπως η αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου καυσίμων). Στην πραγματικότητα, πολλές από τις πολιτικές της – με πιο αξιοσημείωτη το νέο εκπαιδευτικό νομοσχέδιο – ήταν οπισθοδρομικές. Αντί να διαφυλάξουν την ανεξαρτησία της Τράπεζας της Ελλάδας και της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, η κυβέρνηση και οι προσκείμενοι βουλευτές τις θέτουν υπό αμφισβήτηση. Αντί να προάξει τη διαφάνεια, η κυβέρνηση προσπάθησε να θέσει σε κίνδυνο εγχειρήματα όπως η Διαύγεια (ιστοσελίδα στην οποία υποτίθεται πως πρέπει να δημοσιεύονται όλες οι κυβερνητικές αποφάσεις). Ενώ η κυβέρνηση λέει στην τρόικα πως η ιδιωτικοποίηση λιμανιών και δημοτικών αεροδρομίων θα συνεχιστεί, πολλά μέλη του υπουργικού συμβουλίου επιχειρηματολογούν εις βάρος της.

Οι τρέχουσες συζητήσεις δείχνουν ελάχιστη βούληση – είτε από τη μία πλευρά είτε από την άλλη – να ξεπεραστούν οι αποτυχίες των τελευταίων πέντε ετών. Η τρόικα διατηρεί τη μυωπική της εστίαση στη δημοσιονομική λιτότητα· η Ελλάδα παραμένει απρόθυμη να προβεί σε μεταρρυθμίσεις. Τώρα όμως, με την οικονομία σε ελεύθερη πτώση, θα πρέπει να είναι ολοφάνερο και για τις δύο πλευρές πως το «επεκτείνουμε-και-προσποιούμαστε» δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση λύση.

Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να αναλάβει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, να το μεταφέρει στην κοινή γνώμη, και να το εφαρμόσει με την υποστήριξη των υπολοίπων φιλοευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων. Η εθνική ενότητα – τουλάχιστον μεταξύ των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων – είναι απολύτως αναγκαία. Συγχρόνως, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ θα πρέπει να βοηθήσουν την Ελλάδα να μεταρρυθμίσει τη δημόσια διοίκησή της, να ενισχύσει το δικαστικό σύστημα, να διαλύσει τα καρτέλ, και να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων. Αν η κυβέρνηση ασπαστεί αυτή την ατζέντα, η τρόικα θα πρέπει να την ανταμείψει με ελάφρυνση του χρέους, τόσο διά της επέκτασης της διάρκειας των δανείων όσο και διά της μείωσης των επιτοκίων.

 


 

* H Lucrezia Reichlin, πρώην διευθύντρια ερευνών στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, είναι καθηγήτρια Οικονομικών στο London Business School.

* Ο Ηλίας Παπαϊωάννου είναι καθηγητής Οικονομικών στο London Business School.

* Ο Richard Portes είναι καθηγητής Οικονομικών στο London Business School και πρόεδρος του Centre for Economic Policy Research (Κέντρου Έρευνας περί Οικονομικής Πολιτικής).

Περισσότερα στη κατηγορία Αγαπημένα Αναγνωστών, Διαβάστε Επίσης
To placebo του QE

Πάει πλέον σχεδόν μισός χρόνος από τότε που η ΕΚΤ ανακοίνωσε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, γνωστό και ως QE, ύψους...

Close