Δεν υπάρχει εθνική επιστήμη ακριβώς όπως δεν υπάρχει εθνικός πίνακας πολλαπλασιασμού. Ό,τι είναι εθνικό δεν είναι επιστήμη. Άντον Τσέχωφ, 1860-1904, Ρώσος συγγραφέας

Η «Όμορφη» που στη δικτατορία ερωτεύθηκε τον αρχιβασανιστή της ΕΣΑ και δήμιο του πατέρα της…

21 Απρίλιος, 2018

Πήγα στην παρουσίαση του βιβλίου του Τηλέμαχου Χυτήρη «Ημερολόγιο μιας Επιστροφής”, στη Θεσσαλονίκη, με την αίσθηση ότι μπορεί να βαρεθώ- και μάλιστα κάθισα στο τέλος της αίθουσας για να μπορώ να φύγω, αν δεν αντέξω. Δεν με γνώριζε εξ όψεως, εξάλλου, οπότε όπως και η παρουσία μου έτσι και η απουσία θα περνούσε απαρατήρητη.

Με τον Τηλέμαχο Χυτήρη δεν είχα συναντηθεί ούτε είχα μιλήσει ποτέ παρά το γεγονός ότι διατέλεσε εκπρόσωπος Τύπου του Ανδρέα Παπανδρέου σε ταραχώδη πολιτικά και δημοσιογραφικά χρόνια. Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα μακριά από τα σημαντικά πολιτικά γεγονότα, τουλάχιστον μεταπολιτευτικά και έτσι οι δρόμοι μας δεν είχαν συναντηθεί. Παρά ταύτα έτρεφα μια εκτίμηση για το πρόσωπό του έχοντας διαβάσει και κάποια από τα ποιήματά του, και ήταν αυτός ο λόγος που με έφερε στην εκδήλωση, δεδομένου ότι εμείς οι δημοσιογράφοι δεν ελκυόμαστε από «κουλτουριάρικα” θέματα.

Η παρουσίαση από τον δημοσιογράφο Χρίστο Ζαφείρη, κυλούσε ενδιαφέρουσα και δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς από την στιγμή που η ίδια η διαδρομή του Κερκυραίου (τέως) πολιτικού παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον.

Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα διαβάσει το βιβλίο, αλλά όσο η ανάλυση του συναδέλφου προχωρούσε τόσο η επιθυμία να αποχωρήσω ελαττωνόταν για να εξαλειφθεί πλήρως όταν άρχισε να αναφέρεται στο κεφάλαιο «Ιάσονα… Ιάσονα”.

Εκεί ο Τηλέμαχος Χυτήρης αφηγείται το δράμα μιας νεαρής κοπέλας, η οποία στη δικτατορία επισκεπτόμενη τον πάτερα της στα κρατητήρια της ΕΣΑ ερωτεύτηκε παράφορα τον δήμιο που τον βασάνιζε, τον παντρεύτηκε τότε και έκανε μαζί του παιδί, δίχως να γνωρίζει τον πραγματικό του ρόλο! Όταν η χούντα κατέρρευσε και τον είδε πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες με δηλώσεις πολιτικών κρατουμένων τους οποίους βασάνισε άγρια, ο κόσμος κατέρρευσε για εκείνη. Περιέπεσε σε κατάθλιψη και πέθανε νεότατη αφήνοντας πίσω της ένα μικρό παιδί και τον βασανιστή άντρα να περιφέρεται σε κατάσταση παράνοιας.

Ο Τηλέμαχος Χυτηρης περιγράφει στο παρακάτω απόσπασμα με γλαφυρό τρόπο το δράμα αυτής της οικογένειας, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα στα πρόσωπα της τραγωδίας. Δεν είναι δύσκολο, ωστόσο, να αναγνωρίσει κάποιος τον αρχιδήμιο, που βασάνισε τον πάτερα της κοπέλας και κατέστρεψε και την ίδια.

Κράτησα την αληθινή αυτή ιστορία της «Ομορφης” και του βασανιστή για την σημερινή 51η επέτειο από την επιβολή της χούντας της οποία υψηλόβαθμο στέλεχος υπήρξε ο βασανιστής. Και την παραθέτω όπως την έχει καταθέσει στο βιβλίο του ο Χυτήρης.

Ήταν μια μέρα του 1994 εποχή που ο Τηλέμαχος Χυτήρης ασκούσε χρέη υπουργού Τύπου:

…Καθόμουν στο γραφείο σε μια από τις λίγες στιγμές ηρεμίας. Ήταν βράδυ, λίγο πριν φύγω, όταν μπήκε η γραμματέας να μου πει. ότι «Ένας νέος περιμένει να σας δει». «Ποιος είναι; Τι θέλει;» ρώτησα, «Είπε μόνο ότι είναι συμπατριώτης σας».

Όταν τον είδα δεν μου θύμιζε τίποτα. Ήταν γύρω στα είκοσι πέντε, ψηλός, μελαχρινός με γελαστό πρόσωπο, έδειχνε απλός και άνετος. Άρχισε να μιλάει κι αμέσως φάνηκε ότι ήταν από το νησί. Του έγνεψα να καθίσει. Κάθισε λέγοντας ότι τον λένε Ιάσονα κι ότι ήρθε μόνο να ευχαριστήσει και να φέρει τις ευχαριστίες και της νόνας του.

Μιλούσε σαν να ήξερα πρόσωπα και συμβάντα. Τον ρώτησα σε τι ακριβώς αναφέρεται. «Με βοηθήσατε να βρω δουλειά. Σας είχε τηλεφωνήσει η νόνα μου. Ο πατέρας σας ήταν φίλος με τον παππού μου».

«Α είσαι ο εγγονός του ζωγράφου;» «Ναι, τους έχω σαν γονείς μου, μένω μαζί τους από πολύ μικρός. Αυτοί με μεγάλωσαν». Έτσι δόθηκε εξήγηση και για την τραγουδιστή προφορά του. Τον ρώτησα αν του αρέσει η δουλειά κι αν είναι ευχαριστημένοι από αυτόν.

Όταν τον αποχαιρετούσα, είπε ότι έρχεται στην Αθήνα τρεις, τέσσερις φορές το χρόνο για λίγο, «Να δω τον πατέρα μου και φεύγω». «Ο πατέρας σου μένει εδώ;» «Ναι στα Ηλύσια». «Τι κάνει;» εννοούσα με τι ασχολείται. «Τι να κάνει; Είναι κλεισμένος μέσα, πολύ σπάνια βγαίνει, δεν βλέπει κανένα, μόνο εμένα όταν έρχομαι και τον αδελφό του, που έρχεται από το χωριό του, στη Μακεδονία». Δεν επέμεινα, κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει που έχει να κάνει μάλλον με τους συνήθεις χωρισμούς γονιών. Του έσφιξα το χέρι, λέγοντας του να μου χαιρετίσει τη γιαγιά και τον παππού του.

Όταν έμεινα μόνος, θυμήθηκα ότι μήνες πριν, με είχε πάρει τηλέφωνο η κυρία Α. «Κάνε το ψυχικό στον Ιάσονα μας, ο Άγιος να σε έχει καλά» κι υστέρα από καιρό «Την ευχή μου να ΄χεις, δεν ξέρεις τι καλό μας έκανες».

Σκέφτηκα τα παιδικά μου χρόνια στο νησί. Τότε που πηγαίναμε στο καντούνι του Αγίου να συναντήσει ο πατέρας τους φίλους του. Τον τσαγκάρη και ποιητή Μανουσάκη και πιο κάτω στη γωνιά, τον Κόμη στο ατελιέ του. Ήμουν επτά, οκτώ χρονών. Όση ώρα μιλούσαν πατέρας και Μανουσάκης ή διάβαζαν ποιήματα, περιεργαζόμουν τα εργαλεία της δουλειάς του τσαγκάρη, τα σφυράκια, τα σουβλιά και τις φαλτσέτες, όλα πάνω στον μικρό του πάγκο. Μιλούσαν για τους ντόπιους ποιητές, αλλά και για τους Αθηναίους. πάντα όμως για τον Σολωμό. Ήταν ο άλλος Άγιος τους. Εκεί πρωτάκουσα πολλά ονόματα ποιητών.

Μετά φεύγαμε, πηγαίναμε λίγο πιο κάτω, στον ζωγράφο. Μερικές φορές μιλούσαν και για τα πολιτικά και τότε χαμήλωναν τη φωνή τους.

Μια μέρα, στο ατελιέ ήταν και το κοριτσάκι του ζωγράφου, τεσσάρων χρονών, με ξανθιά αλογοουρά, όπως ήταν της μόδας και κόκκινο φορεματάκι. Κρατούσε μια ξανθιά επίσης κούκλα στα χέρια της, που της έμοιαζε κι εγώ για να την πειράξω της είπα «Μια κούκλα κρατάει μια άλλη κούκλα» και γέλασα. Η μικρή όμως έτρεξε στον πατέρα της και του αγκάλιασε το ένα πόδι λέγοντας του ότι θέλω να της πάρω την κούκλα, Ο ζωγράφος την καθησύχαζε τρυφερά με την τραγουδιστή φωνή του «Έλα τζόγια μου, τι είναι αυτά που λες; Σε αγαπάει ψυχή μου, όλοι σε αγαπάμε, γιατί είσαι καλή και όμορφη». Στο τελευταίο συμφωνούσε κι ο πατέρας, που τη φώναζε έτσι. «Όμορφη».

…Τα Χριστούγεννα με πήρε από το νησί η νόνα του Ιά­σονα. Δεν τη γνώριζα προσωπικά, άκουγα μια φωνή κουρασμένη αλλά γλυκιά. «Τι κάνει ο Ιάσονας, χάρηκα που τον γνώρισα». «Α, το κακόμοιρο, η αγάπη μου, είναι δέκα φορές παιδί μου. Μόνο αυτό μου ΄μεινε και μόνο εγώ του έμεινα. Είμαστε οι δυο μας από τότε που έφυγε κι ο άντρας μου».

«Έχετε χρόνια μπροστά σας κι ο Ιάσονας είναι μεγάλος τώρα, έχει βρει το δρόμο του». «Όπως και να το κάνεις, ο καθένας κουβαλάει την ιστορία του. Εσείς με καταλαβαίνετε». Η αλήθεια είναι ότι δεν καταλάβαινα. «Τα ξέρεις» συνέχισε εκείνη, «θα τα πούμε κι από κοντά όταν έρθετε στο νησί το Πάσχα. Να μου τηλεφωνήσετε να βρεθούμε» μου είπε επιτακτικά. Της το υποσχέθηκα και μείναμε εκεί.

Με είχε ιντριγκάρει αυτή η ιστορία. Έκρυβε κάτι μέσα της δίχως άλλο, κάτι που μου διέφευγε. Μερικές φορές συλλογιζόμουν ότι θα το πάρει η γιαγιά στον τάφο.

Για ποια ιστορία μιλούσε; Δεν έβλεπα την ώρα που θα τη συναντούσα. Τώρα η επίσκεψη μου στο νησί το Πάσχα, αποκτούσε ένα επιπλέον ενδιαφέρον.

Όταν μπήκε η άνοιξη άρχισα τις ετοιμασίες. Με συγκινούσε ο ιδιαίτερος τρόπος που το νησί γιόρταζε τη Λαμπρή. Οι τελετές, οι λιτανείες, οι ψαλμωδίες και οι μουσικές μου ξυπνούσαν παιδικές μνήμες, αλλά κι ερωτικές, που με αναστατώνουν μέχρι και τώρα. Κατά κάποιον τρόπο διεκδικώ κι εγώ κάποιες στιγμές. ένα μερίδιο της Ανάστασης. Με αφορά προσωπικά.

Όταν φτάσαμε στο νησί, ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα ήταν να τηλεφωνήσω στην κυρία Α. Συμφωνήσαμε να βρεθούμε στο καφενείο του Κεφαλλονίτη, κάτω από τα δέντρα.

Πήγα μόνος πιο νωρίς και την περίμενα με μεγάλη αδημονία. Κάθισα στο παραδοσιακό καφέ στον ονομαστό πεζοδρόμο και περίμενα κοιτάζοντας διερευνητικά κάθε ηλικιωμένη γυναίκα που περνούσε μήπως κι αναγνωρίσω την κυρία Α.

Τα τραπεζάκια είχαν γεμίσει από παρέες ντόπιες και ξένες, σε λίγο θα περνούσε ο πρώτος επιτάφιος, στο φως της ημέρας. Εκείνο το βράδυ όλο το κέντρο της παλιάς πόλης θα ζούσε σε μια μοναδική ατμόσφαιρα. Κόσμος, ψαλμοί, μουσικές, χορωδίες, χαμηλά μοβ φώτα, άμφια, κεριά, κορίτσια, άνθη, σε ένα μοναδικό σκηνικό. Όλα μαζί έδιναν έναν ιδιαίτερο τόνο, δημιουργώντας ένα κλίμα εξωπραγματικό, κατάνυξης αλλά και κοσμοπολιτισμού.

Κάποια στιγμή άκουσα το όνομα μου, γυρνώντας είδα μια κυρία με ευγενικό παρουσιαστικό, ντυμένη στα μαύρα, να στέκεται δίπλα μου. «Με συγχωρείς» μου είπε, «πήγα πρώτα από τον Άγιο να προσκυνήσω». Με ρώτησε για τη δουλειά μου, την οικογένεια κι εγώ της ανταπέδωσα το ενδιαφέρον. Μου μίλησε για τον πατέρα μου και τη φιλία που είχε με τον άντρα της και με ένα βαθύ αναστεναγμό, είπε «Άλλος κόσμος τότε παιδί μου».

Την έβλεπα να πίνει τον καφέ της με προσοχή και να μου μιλά αποπνέοντας μια γνησιότητα, που άλλοι την συγχέουν με την ευγένεια και τους «καλούς τρόπους”. Άρχισε να μου διηγείται πόσο ευτυχισμένη ήταν με τον άντρα της και τη μοναχοκόρη τους, την «Όμορφη”, πόσο πολύ την αγαπούσαν, πώς τη μεγάλωσαν με τον καλύτερο τρόπο, «είχε ό,τι ήθελε, τις σπουδές, την ελευθερία της, ώσπου ήρθε αυτή η καταραμένη δικτατορία κι άλλαξαν όλα».

Άνοιγε την ψυχή της. «Πού να το ξέραμε, παιδί μου, τι θα γινόταν. Εμείς είμαστε ήσυχοι άνθρωποι, δεν πειράξαμε ποτέ κανένα. Αλλά είμαστε άτυχοι, η κόρη μου ήτανε άτυχη και η ατυχία ήρθε με το πρόσωπο της τύχης και την κορόιδεψε!»

Την άκουγα να μιλάει χωρίς να τη διακόπτω, με πραγματικό ενδιαφέρον. Δεν ήξερα πού πάει αυτή η ιστορία, σίγουρα κάτι κακό θα συνέβαινε στο τέλος, αλλά τι και γιατί; Όσο την άκουγα, τόσο μου γινόταν πιο οικεία η μορφή της, σαν να ήταν ένας δικός μου άνθρωπος. «Τον πρώτο καιρό της δικτατορίας ήμασταν όλοι σούζα. Τι να πεις και τι να κάνεις; Έπαιρναν γνωστούς μας για ανακρίσεις και μετά τους χάναμε, ούτε να ρωτήσουμε δεν μπορούσαμε. Εμείς είμαστε δημοκρατικοί άνθρωποι, ο άντρας μου είχε φάει την πετριά από μικρός κι ανακατευότανε. Του έλεγα, «κάτσε στα αβγά σου χριστιανέ μου, δεν βλέπεις; αυτοί δεν καταλαβαίνουν τίποτα”. Μου έδινε δίκιο, αλλά κρυφά όπως αποδείχτηκε έκανε άλλα. Πέρασε ο πρώτος καιρός και τα πρώτα χρόνια κι ένα βράδυ γιόμισε η πόλη από χαρτάκια, αυτά τα, πώς τα λένε, φέιγ-βολάν, με συνθήματα κατά της χούντας και υπέρ της Δημοκρατίας. Εγώ δεν ήξερα τίποτα η κακομοίρα, είχα μεσάνυχτα κι ένα πρωί μπονόρα-μπονόρα χτυπάει η πόρτα και είναι η Αστυνομία. Κακό που μας βρήκε! Πήραν τον άντρα μου χωρίς άλλη κουβέντα μαζί τους. Τι είχε γίνει; Όπως έμαθα, ήταν ανακατωμένος κι αυτός με τα φέιγ-βολάν. Άκου να δεις! Κάποιος, φαίνεται, ότι μίλησε και τσου πιάσανε όλους. Πήγα να τον βρω, μα πού να μ΄ αφήσουν; Τελοσπάντων, έμαθα που θα τον πάρουν στην Αθήνα και πήγα και του πήρα δυο σώβρακα και δυο φανέλες, τα άφησα σε έναν αστυφύλακα εκεί στην είσοδο. Τώρα που το θυμάμαι, ούτε ρώτησα αν του φτάσανε ποτέ.

Μετά, μάθαμε ότι. τον πήγαν μαζί με άλλους στην Αθήνα, εκεί που τους έπαιρναν όλους, στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Τι να κάμουμε οι κακομοίρες, εμείναμε εγώ κι η κόρη μου. Αυτή που τον αγαπούσε πολύ τον πατέρα της, μου λέει, «Δεν γίνεται μάνα θα πάω να τον βρω, να δω πού τον έχουν; Τι κάνει; Πολλά ακούγονται, δεν θα μείνουμε στο σκοτάδι”.

Πού να ξέρω κι εγώ η άμοιρη, λύγισα. Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος. «Να προσέχεις κόρη μου, να προσέχεις, ακούς;” «Ακούω”. Κι έτσι που λες έμεινα μόνη μου εδώ. Κούτσουρο. Χωρίς να ξέρω τι μου γίνεται. Μετά από τρία τέσσερα μερόνυχτα, που ήτανε ο Γολγοθάς για μένα, με πήρε τηλέφωνο, μου λέει, «Είναι καλά και να μην ανησυχείς”. Εμένα όμως, ο Θεός να με συγχωρέσει, μ΄ έτρωγε το μέσα μου. Μετά πάλι από κάτι μέρες, μου λέει. «Εντάξει, θα τον αφήσουν και θα ΄ρθει σπίτι”. Έκανα το σταυρό μου. Δεν πίστευα στ΄ αυτιά μου. Κι ήταν έτσι. Μου ΄λεγε αλήθεια, όσο κι αν δεν το πιστεύεις ούτε κι εσύ τώρα που σου μιλώ. Πράματι ήρθε, μόνο που ήρθε μόνος του και στενοχωρημένος, με κάτι μούτρα μέχρι εκεί κάτω, δεν μιλούσε, δεν λαλούσε. Ρε καλέ, ρε χρυσέ, τι σου κάμανε; Πού είναι το παιδί; Τσιμουδιά. Με τα πολλά μου λέει, «Έκατσε κάτι να κανονίσει και θα ΄ρθε. Με ζώσανε τα φίδια, την κακομοίρα. Βρήκα τον άντρα μου κι έχασα το παιδί μου!

Να μη στα πολυλογώ, αφού ζήσαμε στη βουβα­μάρα κάποιες μέρες, ήρθε το κορίτσι μας. Ήτανε αλλαγμένο, τα΄ αντίθετο από τον άντρα μου, χαρούμενο, όλο μπαμπά και μαμά, μπαμπά και μαμά, ώσπου μας το ξεφούρνισε, την ερωτεύτηκε, είπε, ένας υπεύθυνος εκεί αρχηγός κι αυτή ενθουσιάστηκε, ήταν μεγάλος αυτός και «του περνούσε”, έκανε ό,τι ήθελε, άφησε και τον πατέρα της ελεύθερο, της πήρε τα μυαλά και τον ερωτεύτηκε κι εκείνη. Μείναμε χωρίς μιλιά.

«Ξέρεις κόρη μου πού πας να μπλέξεις; Δεν είναι για μας αυτά, ξανασκέψου το γιατί είναι η ζωή σου”. Μπα, εκείνη τίποτα, ούτε άκουγε, σηκώθηκε κι έφυγε. Ήταν η μοίρα της κι η μοίρα μας και αυτού του παιδιού που ήρθε στον κόσμο. Μία την είχαμε, στα πούπουλα, κι έφυγε. Να μη σε κρατάω, μετά από λίγο καιρό τον παντρεύτηκε στα γρήγορα, μπαμ-μπουμ! Φαίνεται κι αυτός την αγαπούσε, δεν μπορώ να πω, κάμανε τον Ιάσονα μου, ευχαριστημένη, όλα καλά, πήρανε και σπίτι, ώσπου ήρθαν οι ταραχές, το Πολυτεχνείο, η Κύπρος και τον διώξανε.

Ύστερα άλλαξε η κατάσταση και βγήκανε όλα στη φόρα, Θε μου συγχώρεσε με, αληθινά η ψέματα, ένα σωρό βασανιστήρια, δικάστηκε και τον καταδικάσανε κάπου τριάντα χρόνια. Η κόρη μου από τον Ουρανό βρέθηκε στη Κόλαση, μόνη της, με ένα παιδάκι, χωρίς άντρα, με κατηγορίες και σούσουρα, τι να πει; Θα την τρώγανε ζωντανή! Έφυγε η γης κάτω από τα πόδια της, από τα ψηλά στα χαμηλά, δεν τολμούσε ούτε να πάρει εφημερίδα, να ακούσει ραδιόφωνο, να ανοίξει τηλεόραση, τίποτα, τέτοια που γράφανε και λέγανε εναντίον. Τι να σου πω; Ούτε στα χειρότερα όνειρα μας. Εκείνη δεν ήξερε, ζούσε μέχρι τότε στον κόσμο της και της ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Θα τα θυμάσαι, ε; Τον βάλανε, λοιπόν, φυλακή για είκοσι τόσα χρόνια, φαντάσου! Με τον άντρα της μέσα, ζούσε σαν να ήταν κι αυτή φυλακισμένη και χειρότερα, εκείνος τουλάχιστον ήταν κλεισμένος με τους άλλους τους δικούς του και ήξερε, η κόρη μου χωρίς λεφτά, μόνη, μάθαινε πράματα που δεν τα πίστευε, δεν μπορούσε να βγει στο δρόμο, δεν είχε μούτρα, τη δείχνανε, λέγανε ένα σωρό, τι να κάμει; Μας έδωσε το παιδί κι έκατσε στην Αθήνα, να πηγαίνει να τον βλέπει στον Κορυδαλλό, να τα βγάλει πέρα μόνη της. Αλλά πού! Με τον καιρό έπαθε κατάθλιψη, δεν έτρωγε αλλά την έτρωγε το σαράκι, δεν κοιμότανε, στο τέλος δεν άντεξε έγινε πετσί και κόκαλο, πήγαμε νοσοκομείο, έπαθε σοκ και νευρική ανορεξία, μας λένε, ούτε τι είναι δεν ξέραμε, της δίνανε φαί με ορό από το χέρι, τι να σου κάνει ο ορός, πού να αντέξει; Έγινε ίσκιος κι έφυγε το κορίτσι μου, η ζωή μας, ό,τι καλύτερο είχαμε στον κόσμο, η μοναχοκόρη μας κι έγινα διπλωμένα του Ιάσονα, τι να φταίει το κακόμοιρο κι αυτό». Είχε βγάλει το μαντίλι της και σκούπιζε τα δάκρυα της. «Καλύτερα να ΄χε παντρευτεί τον πιο φτωχόνε του κόσμου. Αμή ο άντρας μου; Το ‘χε τύψεις, ότι αυτός έφταιγε, ότι αυτός ήτανε η αιτία για όλα. Πέθανε με τον καημό αυτόνα».

Προσπάθησα να την παρηγορήσω, να της πω κάτι, αλλά μάγκωσαν τα χείλη μου, η ιστορία με συνεπήρε κι ένιωθα σοκαρισμένος με ανάκατα συναισθήματα. Με λίγο νερό που είχε απομείνει, πήρα το χάπι μου.

…Ο πρώτος επιτάφιος του Αγίου Γεωργίου είχε φτάσει, κι όλοι σηκώθηκαν να δουν κάνοντας το σταυρό τους, σηκωθήκαμε κι εμείς. «Μην κλαίτε» της λέω, «σας καταλαβαίνω, η ζωή παίζει άσχημα παιχνίδια» κι ύστερα σαν να μετάνιωσα γι΄ αυτή μου την γενικότητα, συνέχισα αμήχανα, «Ο Ιάσονας τώρα, μόνο ο Ιάσονας που σας αγαπάει πολύ». Οι διπλανοί έβγαζαν φωτογραφίες του επιταφίου και το Ω γλυκό μου έαρ από τους καλλίφωνους ντόπιους, έδινε μια άλλη διάσταση σε όλα. Ακουγόταν κατά κύματα να διαχέεται πάνω στα δέντρα, κάτω από τα βόλτα στις καμάρες. Της έδωσα το χέρι μου για στήριγμα. Σκούπιζε τα μάτια της και δεν ήξερες αν παρακολουθούσε τον επιτάφιο ή την κηδεία της «Όμορφης” που γι΄ αυτήν, όπως ο Χριστός, ποτέ δεν είχε πεθάνει, αφού την κρατούσε ζωντανή μέσα της. μεγαλώνοντας το παιδί της.

Τη συνόδεψα προς την πιάτσα των ταξί, «Πόσα χρόνια πέρασαν;» τη ρώτησα αμήχανα πάλι, «Πολλά, αλλά για μένα δεν πέρασε μια μέρα, είναι σαν να ΄ταν χτες». «Και ο πατέρας του Ιάσονα;» «Ε, δεν καταλαβαίνεις; Ο Ιάσονας είναι ο σταυρωμένος χωρίς σταυρό, ο πατέρας του δεν είναι πατέρας, γέρος τώρα κοντά σαν κι εμένα, πάει και τον βλέπει, αλλά εκείνος του λέει διάφορα τρελά πράματα, που δεν καταλαβαίνουμε. Μένει κι αυτός μόνος του, σαν καταραμένος. Πραγματικός πατέρας του Ιάσονα ήταν ο παππούς του, με αυτόν μεγάλωσε, αυτόν γνώριζε».

Καθώς τη βοηθούσα να μπει, στο ταξί ένιωθα σαν να τη γνώριζα από χρόνια και κάτι περισσότερο, σαν να ΄βλεπα τη μάνα μου.

…Αυτό το Πάσχα στο νησί ήταν διαφορετικό, δεν έμοιαζε με τα άλλα, δεν έγινα ξανά παιδί όπως πάντα, ίσως αντίθετα, να μεγάλωσα κάπως περισσότερο. Σκεφτόμουν την ιστορία της «Όμορφης”, την έβλεπα μικρή να ακολουθεί τους επιτάφιους ξανθή με αλογοουρά κι ένα καλαθάκι με ροδοπέταλα στα χέρια. Η γυναίκα μου κατάλαβε την αλλαγή μου, κάτι της ψιθύρισα για την ιστορία και δεν πίστευε στ΄ αυτιά της.

Οι επόμενες μέρες πέρασαν χωρίς να μειώσουν την αναστάτωση που ένιωσα. Μου έρχονταν και μου ξανάρχονταν στο μυαλό όλες οι λεπτομέρειες και οι άνθρωποι που έμπλεξαν σε ένα γαϊτανάκι μιας λιγόχαρης ζωής. Όταν γυρίσαμε στην Αθήνα όλο και περισσότερο μου καρφωνόταν στο μυαλό μια περίεργη εμμονή, να δω με κάποιο τρόπο τον τελευταίο αυτής της πλοκής, τον αρνητικό πρωταγωνιστή της, τον βασανιστή τον ίδιο.

Τον Ιούνιο πέρασε ξανά από το γραφείο ο Ιάσονας, ήταν ευδιάθετος μιλούσε για τη γιαγιά του «Έφτακε τα ογδόντα και δεν κάθεται καθόλου όλο και κάτι κάνει, θέλει να ασχολείται». Μετά είπε «Έχω και μια βάρκα με μηχανή, τον Αύγουστο που θα ΄ρθετε, να πάμε καμιά βόλτα. Είναι ωραία η θάλασσα στο νησί, να πηγαίνεις κόστα-κόστα». Τον ρώτησα, διακριτικά για τον πατέρα του. «Μόνος του μένει, δεν είναι καλά, λέει πάντα τα ίδια και τα ίδια, ο αδελφός του σκάφτεται να τον πάρει στο χωριό. Τι να κάνει εδώ; Πρέπει κάποιος να τον προσέχει. Ευτυχώς του δίνουν κανένα πιάτο φαΐ κάποιοι διπλανοί. Του αφήνουν το πιάτο έξω από την πόρτα. Δεν την ανοίγει όταν χτυπούν». Και κούνησε το κεφάλι του κάνοντας μια απαξιωτική γκριμάτσα. «Μα πού ακριβώς είναι το σπίτι;» ρώτησα κι ο Ιάσονας μου έδωσε τη διεύθυνση και μου περιέγραψε το δρόμο και την πολυκατοικία.

Στο διαμέρισμα του αρχιβασανιστή

…Τον θυμόμουν με τα χαρακτηριστικά μαύρα γυαλιά στη δίκη των βασανιστών της χούντας, όπως τον έβλεπα στις εφημερίδες και στην ασπρόμαυρη τηλεόραση. Πήγα στη Βιβλιοθήκη και ζήτησα εφημερίδες της εποχής. Όλες είχαν πρωτοσέλιδα τις μαρτυρίες των βασανιστηρίων στο ΕΑΤ-ΕΣΑ με μεγάλες φωτογραφίες των κατηγορουμένων. Οι βασανιστές ήταν θρασείς και προκλητικοί, διατηρούσαν ακέραιο το φανατισμό τους. Υποστήριζαν ότι έσωσαν την Ελλάδα από τον κομμουνισμό. Όποιος συλλαμβάνονταν με την κατηγορία της αντίστασης κατά της «εθνικής κυβερνήσεως”, και μάλιστα αν είχε κάποια σχέση με τις ένοπλες δυνάμεις, οδηγείτο στο ΕΑΤ-ΕΣΑ για ανάκριση, έπεφτε στα χέρια των ανδρών του Θεοφιλογιαννάκου και του Χατζηζήση και έπρεπε «να τα πει όλα”, «να σπάσει”, ώστε να πάψει να σέβεται τον εαυτό του, να ξευτελιστεί. να καταντήσει ψυχολογικά, και καμιά φορά και σωματικά, ράκος. Η περιγραφή των βασανιστηρίων από τους μάρτυρες ξεπερνούσε σε ευρηματικότητα κάθε αρρωστημένη φαντασία.

Ξαναθυμήθηκα μετά από τόσα χρόνια εκείνη τη σκοτεινή εποχή. Ένας εφιάλτης. Μελαγχόλησα πάλι κι αναρωτήθηκα για μια ακόμα φορά, για τους ανθρώπους.

Μου ήρθε στο μυαλό μια σκηνή που είδα μικρός στο χωριό. Μια γάτα να παίζει με ένα ποντίκι χτυπώντας το πότε σιγά, πότε δυνατά, πάντα μεθοδευμένα, με προτεταμένα τα νύχια της, σε μια κολασμένη τελετουργία, σε έναν αιμόφυρτο χορό θανάτου. Μετά εγκατάλειψε το θύμα της, σχεδόν ξέπνοο, στην τύχη του.

(Γάτες και ποντίκια, βασανιστές, βασανιζόμενοι, μάρτυρες ή ήρωες, ιδεολόγοι και πελταστές, προδότες και θύματα μιας ασύμπτωτης ζωής που κινείται βουστροφηδόν.)

Έβλεπα στις εφημερίδες τις φωτογραφίες του αξιωματικού Μουστακλή, το απλανές βλέμμα του, το ανέκφραστο πρόσωπο και τα ερωτήματά μου τώρα, τριάντα χρόνια μετά, επανήλθαν βασανιστικά. Το βράδυ το συζητούσα με τη γυναίκα μου. «Θα πεθάνω και ορισμένα πράγματα των κωλοανθρώπων δεν θα τα ΄χω καταλάβει». Πιο ψύχραιμη εκείνη προσπαθούσε να με ηρεμήσει. «Αναστατώθηκες από μια ιστορία, γιατί τα πρόσωπα είναι γνωστά σου. Ξέρεις πόσες τέτοιες ιστορίες υπάρχουν σε ανώμαλες περιόδους; Δεν μπορείς να φανταστείς. Και στη Δικτατορία και στην Κατοχή και στον Εμφύλιο όλο τέτοια ακούς, αδέλφια έσφαξαν αδέλφια, ξεκληρίστηκαν οικογένειες». Το ήξερα, όμως δεν έπαυε να με απασχολεί το γεγονός. Δεν το δεχόμουν κι ένα αναπάντητο ερωτηματικό ορθωνόταν μπροστά μου.

Η επιθυμία μου, νοσηρή ίσως, να δω από κοντά εκείνον που ήταν βασανιστής, ερωτευμένος με την «Όμορφη” και πατέρας του Ιάσονα, δεν με εγκατέλειπε.

Από δισταγμό σε δισταγμό, μια νύχτα είδα στον ύπνο μου τον Ιάσονα να μου χαμογελά και να τρέχει να πιάσει τον ήλιο. Έναν ήλιο κόκκινο, αστραφτερό, που απομακρυνόταν όμως συνεχώς πέρα κι απ΄ τον ορίζοντα.

Το πρωί πήρα την απόφαση και κοντά μεσημέρι. μπήκα σ΄ ένα ταξί. Βρήκα την πολυκατοικία κι έκοβα βόλτες από κάτω. Κοίταξα στην είσοδο τα κουδούνια, αλλά δεν αναγνώρισα κανένα όνομα.

Μια γυναίκα που έμπαινε στην είσοδο, με ρώτησε τι ψάχνω κι αν μπορούσε να με βοηθήσει. Της ανέφερα το όνομα. «Ναι, εδώ μένει, να ‘ τος, είστε τυχερός, έρχεται» κι αμέσως μετά φώναξε, «κυρ Πάνο, σε ζητάνε» και συμπλήρωσε χαμηλόφωνα «δεν ακούει και δεν θέλει να τον φωνάζουμε με το όνομα του». Στο απέναντι πεζοδρόμιο στεκόταν ένας γέρος, κοντά ογδόντα, με σώμα που έγερνε προς τα μπρος. Δεν μου θύμιζε αυτόν που έβλεπα στις εφημερίδες. Κρατούσε μια πλαστική τσάντα στο δεξί του χέρι και πλησίαζε σέρνοντας τα βήματα του. Έδειχνε να μη βλέπει καλά. Όταν έφτασε δίπλα μου, τον χαιρέτησα και χωρίς να διστάσω του είπα ότι είμαι συγγραφέας κι ότι κάνω μια έρευνα για τα παλιά, όχι πολιτική, μόνο ανθρώπινη, πώς περνά σήμερα μετά τόσα χρόνια; «Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι», του είπα. Όση ώρα μιλούσα, ο γέρος με κοίταζε, κάνοντας προσπάθεια να με δει καλά, αλλά και να με καταλάβει. Χωρίς να ρωτήσει ποιος είμαι, ή πώς τον βρήκα (είχα έτοιμες απαντήσεις), μου είπε ότι έχει σπουδαία στοιχεία στην κατοχή του και γι΄ αυτό θέλουν να τον σκοτώσουν και μου έδειξε την τσάντα. «Την έχω πάντα μαζί μου κι όταν κοιμάμαι».

Ομολογώ ότι ήμουν απροετοίμαστος να αντιμετωπίσω κάτι τέτοιο και του είπα αμήχανα «Είναι χρήσιμα. Να τα φυλάτε». Ο γέρος, που κάποτε το όνομα του ήταν συνώνυμο του φόβου και του τρόμου στο κολαστήριο του ΕΑΤ-ΕΣΑ, τώρα ήταν μπροστά μου ένα σκεβρωμένο ανθρωπάκι, που δεν μπορούσε να σύρει τα πόδια του. Ίσως να τα ΄χε και λίγο χαμένα. Εξακολούθησα να τον περιεργάζομαι, ώσπου ο γέρος αναπάντεχα, κάνοντας ένα μορφασμό δυσφορίας, μου λέει «Πάμε στο σπίτι να καθίσουμε, με βασανίζει ένας πόνος στα πόδια και στη μέση». Αυθόρμητα, παρ΄ όλο το ρήμα που άκουσα, χωρίς καν να σκεφτώ, του μίλησα στον πληθυντικό, «Θέλετε βοήθεια σε κάτι;» κι έκανα μια αυθόρμητη κίνηση προς αυτόν, εκείνος όμως, επίσης αυθόρμητα τραβήχτηκε, σφίγγοντας επάνω του την πλαστική τσάντα με το πολύτιμο περιεχόμενό της.

Ο κόσμος που περνούσε δίπλα, δεν μας έδινε την παραμικρή σημασία. Ανεβήκαμε στο διαμέρισμα χωρίς να ανταλλάξουμε λέξη, μόνο εγώ κάποια στιγμή είπα, «Ζέστη».

Όταν μπήκαμε, ο γέρος κάθισε σε μια καρέκλα χωρίς να αφήσει την πλαστική τσάντα από τα χέρια του. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, οι βαριές κουρτίνες εμπόδιζαν το φως να μπει μέσα. «Δεν ανοίγω τα παράθυρα, με παρακολουθούν μέσα στο σπίτι μου, μέρα νύχτα». Τον άκουγα ενώ συγχρόνως, με μια γρήγορη ματιά, περιεργάστηκα το αμυδρά φωτισμένο σαλόνι. Αναφαίνονταν τα παλιά καφέ έπιπλα, οι ξεφτισμένοι τοίχοι, οι μονόχρωμες σκούρες κουρτίνες, κάτι σημάδια από σύρσιμο στο πάτωμα και σκόνη. Όλα έδειχναν εγκατάλειψη και παρακμή. Ο γέρος επανέλαβε ότι τον κυνηγούν να τον σκοτώσουν. «Ποιοι;» τόλμησα να τον ρωτήσω. «Οι Αμερικάνοι», μου απάντησε με φυσικότητα κι ύστερα από λίγο «και η Ασφάλεια». «Ξέρω ποιος σκότωσε τον διευθυντή της Βραδυνής. Μόνο εγώ τον ξέρω. Θέλουν να με βγάλουν από τη μέση. Μου στέλνουν ραδιοκύματα να με εξοντώσουν. Αυτοί με κατάντησαν έτσι».

Τα μάτια μου καρφώθηκαν σε μια φωτογραφία στον τοίχο, σηκώθηκα να τη δω από κοντά. Έδειχνε τον συνομιλητή μου, κορδωμένο, τότε που ήταν στις δόξες του, να ΄χει δίπλα του μια νεαρή κοπέλα που χαμογελούσε. «Η γυναίκα σας είναι στη φωτογραφία;» ρώτησα, «Ναι, τη σκότωσαν στο νοσοκομείο με μια ένεση… Όσο ζούσε, είχαν δώσει εντολή σε όλους να την απομονώσουν. Ήθελαν να την τρελάνουν… Δεν ήθελαν να βγω από τη φυλακή και να ΄ναι ζωντανή. (Μιλούσε με ενδιάμεσες παρατεταμένες σιωπές.) Εμένα μου ρίχνουν ραδιενέργεια τόσα χρόνια… από τότε που ήμουν φυλακή… Δεκαεννέα χρόνια έμεινα μέσα!… Τη γλίτωσα γιατί κοιμόμουν κάτω, στο δάπεδο και δεν με έπιαναν τα ραδιοκύματα… Αυτά πιάνουν όπου έχει μέταλλο… Μετά που βγήκα και ήρθα εδώ, πήρα τα μέτρα μου… Έβγαλα ό,τι μέταλλο είχα στο σπίτι και πάνω μου… Να -άνοιξε το στόμα του- έβγαλα τα δόντια μου που ήταν σφραγισμένα,… έβγαλα τα γυαλιά και τώρα δεν βλέπω καλά, πέταξα και το ακουστικό μου… Δεν ακούω καλά… Με κατασκοπεύουν… Κανένας δεν με πιστεύει ούτε ο γιος μου, αλλά δεν ξέρουν… Αυτοί είναι ικανοί για όλα». «Ο γιος σας πού είναι;» ρώτησα επωφελούμενος από την αναφορά. «Ζει μακριά, τον είχε στείλει η γυναίκα μου στους γονείς της… Έρχεται και με βλέπει… Εγώ δεν θέλω… Θα τον σκοτώσουν κι αυτόν. Θέλει να μπω σε νοσοκομείο. Τρελάθηκες; του λέω, θέλεις να με σκοτώσουν σαν τη μάνα σου;»

Όσο περνούσε η ώρα, συνήθιζα το μισοσκόταδο, όχι όμως την καταπίεση που μου προξενούσε ο χώρος κι όσα άκουγα από το συνομιλητή μου. Αισθανόμουν άβολα και ένιωθα αμήχανα μπροστά σ΄ έναν αδύναμο γέρο που παραληρούσε και που δεν ήταν παρά η σκιά, του κάποτε πανίσχυρου εαυτού του.

Αποφάσισα να τον ρωτήσω για το παρελθόν. Του ανέφερα το όνομα του δικτάτορα και τότε ο γέρος σαν να ξύπνησε από λήθαργο, ανασηκώθηκε και ύψωσε τη φωνή του «Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος είναι ο αρχηγός της επαναστάσεως. Πραγματικός Έλλην. Για μας τους στρατιωτικούς είναι υπεράνω όλων και στη φυλακή ακόμα του έδινα αναφορά». Παρ΄ όλο το ταρακούνημα, μου φάνηκε σαν καρικατούρα κι η όλη σκηνή παρέπεμπε σε θέατρο σκιών. Κατάλαβα πως ο συνομιλητής μου άρχισε να μηρυκάζει το ένδοξο παρελθόν του και τον ρώτησα και για τα βασανιστήρια στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. «Όλα ψέματα, αγγελούδια δεν είμαστε, στρατιωτικοί, επαναστάται είμαστε. Ποτέ δεν πήγα πέρα από ένα χαστούκι, μια σπρωξιά, αυτό ήταν βασανιστήριο;… Μια φορά. πέταξα μια καρέκλα στον Παπαδόγγονα, ήταν υπαίτιος της ναυτικής ανταρσίας και μας απειλούσε! Δεν μας χώνευε εμάς του στρατού… Μας θεωρούσε καραβανάδες, προδότες… Αυτός ήταν αριστοκράτης με τον Βασιλιά! Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου και του πέταξα την καρέκλα κατακέφαλα μια δυο φορές, δεν θυμάμαι. Αυτό ήταν όλο… Ο Μουστακλής έπαθε εγκεφαλικό, δεν φταίει κανένας… Με τον Παναγούλη κουβεντιάζαμε σαν άνθρωποι… Τίποτα δεν του έκανα».

Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς εξέφραζε με αυτά που έλεγε ο συνομιλητής μου, εξομολόγηση, νοσταλγία ή επιθετικότητα; Μου έκανε εντύπωση ο στοιχειώδης ειρμός, όταν μιλούσε για το παρελθόν, που κατέληξε σε παραλήρημα. «Καλύτερα να μην αναφέρεσθε σε αυτά» του είπα, «είναι γνωστά όλα με λεπτομέρειες». Ο γέρος κατάλαβε, αλλά δεν αντέδρασε όπως θα περίμενε κανείς, χαμήλωσε τη φωνή του και μουρμούρισε. «Αν ξανάρχιζα, θα τα έκανα αλλιώς… Δεν φταίω, εκείνος ο ψυχασθενής ο Πέτρου τα έκανε και κάτι άλλοι. Θα τον είχα διώξει. Δεν ήξερα… Η επανάστασις ήτο δίκαιη… Έσωσε την πατρίδα… Όλα για την Ελλάδα τα κάναμε… Μας πήραν στο λαιμό τους οι προδότες». Σταμάτησε. Φαινόταν ταραγμένος. Εμένα με τάραξε εκείνη η φράση του, «όλα για την Ελλάδα τα κάναμε». Το πίστευε. Γι΄ αυτό τα δικαιολογούσε όλα. Έπρατταν το κακό για καλό σκοπό, όπως όλοι οι φανατισμένοι της Ιστορίας.

Μετά από λίγο σηκώνοντας κάπως το θολό του βλέμμα, είπε «Έκανα τη δουλειά μου. Ανακριτής ήμουν. Σπίτι δεν είχα, ούτε οικογένεια, μέρα-νύχτα εκεί… Εμένα βασάνιζαν!». Κομπιάζοντας συνέχισε. «Έμπαινα στις ψυχές τους, κέρδιζα την εμπιστοσύνη τους, δεν ήμουν σαν τους άλλους». Μιλούσε και τα χείλη του έτρεμαν. «Ένα χωριατόπαιδο ήμουν. Θέλουν να με σκοτώσουν. Μου ρίχνουν ραδιενέργεια… Κι εδώ που είμαι μόνος… Δεν βλέπεις;» Έβγαλε ένα μαντήλι και σκούπισε το ιδρωμένο πρόσωπο του.

Ήταν το άθυρμα ενός πεπρωμένου; Είχα επηρεαστεί απ΄ όλο το κλίμα και το σπάσιμο της φωνής. Προσπάθησα να τον φανταστώ, όπως ήταν στη φωτογραφία. Να επιστρέφει περίεργες ώρες σπίτι του, εξαντλημένος από τη δουλειά τού ανακριτή-βασανιστή, να φιλά την «Όμορφη” που τον περίμενε και να μιλάει μαζί της. Για ποιο πράγμα άραγε; Το μωρό; Το σπίτι; Τα ψώνια που έφερνε η ορντίναντσα; Το μέλλον; Πού θα πήγαιναν για διασκέδαση; Κι εκείνη; Τον ρωτούσε για τη δουλειά του; Τον θεωρούσε καλό και πονόψυχο που βοηθούσε τους ανθρώπους, όπως τον πατέρα της; Αυτός της εξηγούσε τι ακριβώς έκανε; Γιατί κάποιες νύχτες ξανάφευγε άρον- άρον. μετά από έκτακτα τηλεφωνήματα; Της έλεγε ότι έπιασαν νέα φουρνιά αντιστασιακών, ότι «προσήχθησαν καινούριοι,” κι έπρεπε να αναλάβει δράση, να δώσει εντολές, να επιβλέψει;

Τώρα τον είχα εκεί μπροστά μου, σαν ένα υπόλοιπο παλιού λογαριασμού. Εγώ όμως γιατί ήμουν εδώ; Τι σχέση είχα; Φτάνει τάχα μια αρρωστημένη περιέρ­γεια για το ποιος ήταν ο πατέρας του Ιάσονα; Μήπως είχα ανάγκη να δω την αδυναμία και το τέλος ενός βασανιστή; Ή την επαναφορά μέσα μου μιας φρικτής για μένα, αλλά ένδοξης γι’ αυτόν, εποχής; Τι με ικα­νοποιούσε και τι με στεναχωρούσε εντέλει; Αυτός ο άνθρωπος ή ο άνθρωπος;

Ήμουν αναστατωμένος, ένιωθα να φεύγει το αίμα από το πρόσωπο μου, να χλομιάζω κι ο ιδρώτας να κυλά στο μέτωπο και στους κροτάφους μου. Έμοιαζε σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος και ζούσαμε σε μια άλλη μακρινή εποχή. Μόνο που τώρα είχα άσπρα μαλλιά κι εγώ, και οι ρυτίδες στο πρόσωπο μου ίσως να ΄χαν βαθύνει ή πολλαπλασιαστεί μέσα σε λίγη ώρα. Ζούσα τη στιγμή με όλο μου το είναι, δεν συμμετείχα ως τρίτος. Κοίταζα τον γέρο εκεί μπροστά μου κι αναρωτιόμουν πώς να ζει με όλα τα παλιά φαντάσματα να έχουν εγκατασταθεί γύρω του, σ΄ αυτό το καταθλιπτικό σαλόνι; Είχε αποδεχτεί τη μοίρα του; Ή αντιδρούσε κρατώντας κάποια προσχήματα; Άκουγε ακόμα τις κραυγές των βασανισμένων και των βασανιστών τους;

Μετά από κάποια λεπτά σιωπής, δεν άντεξα και ξέσπασα λέγοντας του αυστηρά «Συνδέεστε με τα αίτια του ανθρώπινου πόνου και στο ΕΑΤ-ΕΣΑ και στην οικογένεια σας». Τα λόγια μου ακούστηκαν περίεργα (τα άκουγα κι εγώ σαν να επέστρεφε η ηχώ τους), ήταν σαν μια δεύτερη καταδίκη αφανούς δικαστηρίου, πιο πραγματικού από το πρώτο, ενός δικαστηρίου συνείδησης. Ο γέρος, απέναντι μου, έσκυψε το κεφάλι και δεν μιλούσε πια, ανέπνεε βαριά, τόσο, που άκουγες την αναπνοή του. Το δέρμα του προσώπου του σαν να ΄χε ξεραθεί, έπαιρνε τώρα ένα χρώμα ακαθόριστο, κάτι σαν αχνό μολυβί.

Τι να σκεφτόταν ο πρώην βασανιστής; Δεν αφορούσε πια κανένα. Το καταλάβαινε κι ο ίδιος, κι αυτό τον κατέβαλλε ακόμα περισσότερο. Η αναπάντεχη παρουσία ενός ξένου στο σπίτι του ήταν η μοναδική αφορμή μιας κάποιας επαφής. Η ερημιά ήταν η καθημερινή του κόλαση.

Κανένας Θεός δεν μπορούσε να αλλάξει το παρελθόν. Ο ρόλος της επιθετικής γάτας που είχε κάποτε, εδώ και πολλά χρόνια, ξέπεσε γρήγορα σ΄ εκείνον του ποντικιού. Μόνο το στόμα τού ΄μενε να ψελλίζει κάτι, που δεν άκουγε κανείς. Τον κυνηγούσαν εχθροί να τον εξοντώσουν και δεν τον κυνηγούσαν οι τύψεις του; Ακόμα και τώρα πίστευε ότι τον υπολογίζουν οι δυνατοί του κόσμου -δικαιολογώντας έτσι την ύπαρξη του-, ότι τον φοβούνται και επιδιώκουν να τον βγάλουν από τη μέση. Στις φαντασιώσεις του, έπρεπε να είναι ακόμα «Κάποιος”.

Ο ετοιμόρροπος γέρος και οι μανίες καταδίωξης

Ξαφνικά ένιωσα μια δυσάρεστη αίσθηση ασφυξίας να με πνίγει. Σαν να λιγόστεψε το οξυγόνο. Ο γέρος καταβεβλημένος ξανάρχισε το παραλήρημα επαναλαμβάνοντας τα ίδια. «Θέλουν να με σκοτώσουν». Η αφόρητη ζέστη επιδείνωνε την κατάσταση. Όλα είχαν αποκτήσει μια περίεργη γκρίζαδα. Έψαξα να βρω το χάπι μου και διαπίστωσα ότι δεν το είχα μαζί μου. Σαν αστραπή μου πέρασε η ιδέα ότι ο ετοιμόρροπος γέρος απέναντι μου με βασάνιζε, χωρίς να το ξέρει, ψυχολογικά και νοητικά, μόνο με την παρουσία του, το παρελθόν του, με ό,τι έλεγε. Αναστατώθηκα. Μια ισχυρή επιθυμία με ωθούσε να φύγω, να τρέξω όσο πιο γρήγορα μπορούσα, όσο πιο μακριά. Να αναπνεύσω. Ένα αίσθημα θλίψης μαζί και περιφρόνησης με κατέλαβε. Ένιωσα τη διάχυση του χρόνου τού τότε στο τώρα. Αναρωτιόμουν αν ο γέρος είχε συναίσθηση τι σημαίνει ταπείνωση της ύπαρξης. Από την άλλη μεριά, τι δουλειά είχα να βρίσκομαι εδώ, μπροστά σε ένα επιθετικό παρελθόν, που έσερνε τώρα τα σκοτεινά γηρατειά του; Κάποια στιγμή δεν άντεξα, πετάχτηκα επάνω σαν ελατήριο, ευχαρίστησα μιλώντας γρήγορα, χαιρέτησα χωρίς προσχήματα αφήνοντας τον γέρο αποσβολωμένο, σκυφτό στην καρέκλα του, να κρατάει την πλαστική τσάντα σφιχτά στην αγκαλιά του και να παλεύει με τους δαίμονες του.

Φεύγοντας έριξα μια τελευταία ματιά στην «Όμορ­φη”, με το κοριτσίστικο χαμόγελο, που μας κοίταζε από τη φωτογραφία. Άνοιξα την πόρτα κι άκουσα μαζί με το τρίξιμο της, τον γέρο να μονολογεί επαναλαμβάνοντας με σπασμένη φωνή «Εγώ δεν σκότωσα…. εγώ δεν σκότωσα…». Κατέβηκα τρέχοντας τις σκάλες, δεν άντεχα ούτε να περιμένω, ούτε να μπω στο ασανσέρ.

Βγήκα στο δρόμο κι ανέπνευσα βαθιά με έκδηλη ανακούφιση. Έκλεισα τα μάτια κι έμεινα ακίνητος για δευτερόλεπτα ακουμπισμένος σε ένα στύλο της ΔΕΗ.

Ύστερα περπάτησα αργά στην ευθεία του δρόμου και διακόσια μέτρα πιο κάτω έστριψα δεξιά μπαίνοντας σε μια γειτονιά που έμοιαζε με βομβαρδισμένο τοπίο. Ήταν ο χώρος μιας λαϊκής αγοράς αμέσως μετά τη διάλυση της, πριν φτάσουν ακόμα η σκουπιδιάρα και η υδροφόρα του Δήμου.

Μια έντονη μυρωδιά ξινίλας και σάπιου φρούτου αναδυόταν από παντού. Ανάμεσα στα σπασμένα καφάσια, σκυφτή μια ηλικιωμένη γυναίκα έψαχνε τα απομεινάρια φρούτων και λαχανικών, ένα αδέσποτο σκυλί και κάτι γάτες που καμπούριαζαν απειλητικές μπροστά του, αποτελούσαν το μόνο δείγμα ζωής μετά το πλήθος που λίγες ώρες πριν κατέκλυζε το δρόμο και τα γύρω στενά.

Διέσχιζα το διαλυμένο τοπίο της αποσύνθεσης σαν μια παράταιρη φιγούρα, εκτός κάδρου, που ποιος ξέρει πώς ξεφύτρωσε εκεί.

Γύρω μου υψώνονταν τείχη οι πολυκατοικίες. Πίσω από τα κουφωτά παράθυρα των διαμερισμάτων ένας κόσμος συνέχιζε να ζει μέσα από τις καθημερινές του συνήθειες. Ένας κόσμος, στον οποίο συνεχώς μπαίνουν άλλοι, νέοι κι αθώοι, για να βγουν μια μέρα κι αυτοί γέροι, με κρυφά και φανερά τραύματα από την πάλη με την άνιση καθημερινότητα που αγνοεί άγραφους νόμους και κανόνες. Κι όμως. πολλοί πιστεύουν ότι νίκησαν. Ότι στο τέλος βγήκαν κερδισμένοι. Ότι κατέκτησαν τη ζωή. Για να πεταχτούν μια νύχτα αλαφιασμένοι στον ύπνο τους, ακούγοντας το στριγκό σαρδόνιο γέλιο της.

Δεν πήρα ταξί, ένιωθα την ανάγκη να αναπνεύσω, να περπατήσω κι ας ήμουν μακριά από το σπίτι κι ας έκανε φοβερή ζέστη. Σκεφτόμουν συνεχώς τον Ιάσονα, την άδολη αθώα μορφή του κι όλη την ιστορία. Όσο κι αν πίστευα ότι άλλοι τα έζησαν, οι «άλλοι” ήμουν εγώ ο ίδιος, κι ο χρόνος της μνήμης, ήταν ο δικός μου χρόνος. Κι αυτό το παιδί -πάλι ο Ιάσονας- δεν ξέρει από πού ήρθε! Ποιος είναι, αλήθεια, ο Ιάσονας; Αυτό που γράφει η ταυτότητα του; Πόσο απατηλός είναι ο κόσμος. Πόσο αδιάφορος.

Με κατέλαβε ένα έντονο αίσθημα κενού. Ένα σφίξιμο στο στήθος. Καταραμένη εξουσία, όλοι σε θέλουν, με τη βία, με τα λεφτά, τους εκβιασμούς, τα ψέματα, ακόμα και με το συναίσθημα, το σεξ, αρκεί να σε κατακτήσουν, να σε κρατούν σφιχτά, να μη σε χάσουν ποτέ, να νιώθουν την ηδονή σου. Εξουσία δική τους! Ύστερα έρχονται τα τέρατα.

Το αίνιγμα δεν έχει λύση κι ας το παιδεύουν χρόνια όλες οι θρησκείες, όλες οι ιδεολογίες, όλες οι φιλοσοφίες. Εξουσίες κι αυτές. Προχωρώντας, άρχισα να μετρώ μηχανικά τα βήματα μου. Ήταν η προσφιλής μου μέθοδος όταν ήθελα να πάρω αποστάσεις από δυσάρεστες σκέψεις, να ξεχαστώ. Αυτό έκανα και τώρα. Μου αρκούσαν δυο, τρεις χιλιάδες βήματα μέτρημα, για να ξεφύγω λίγο, να ξαλαφρώσω, να βρω τον ουδέτερο κι αμέτοχο εαυτό μου. Ήταν κι αυτό μια παρηγοριά, μια αυταπάτη μάλλον, αφού το μέτρημα δεν έχει τέλος.

Άρχισα να μετρώ και να συντονίζω τα βήματα μου. Ο ιδρώτας έσταζε παντού, δυο μεγάλες κηλίδες απλώνονταν στο πουκάμισο μου. Μετρώντας και προχωρώντας, έφτασα κοντά στο σπίτι. Η υγρασία, η άπνοια και το νέφος, μαζί με τον αφόρητο καύσωνα, δημιουργούσαν μια αίσθηση πνιγμού. Η άσφαλτος έβραζε. Άνοιξα την πόρτα σαν να ήταν θύρα Παραδείσου. Πήρα το χάπι μου και ξάπλωσα λίγο στον καναπέ.

…Η γυναίκα μου, βλέποντας ότι αργούσα, μου είχε φυλάξει το μεσημεριανό φαγητό (κοτόπουλο με μπάμιες και φέτα), σκεπασμένο, πιάτο με πιάτο, πάνω στο τραπέζι. Όπως κάθε μεσημέρι θα αποσύρθηκε φαίνεται στο δωμάτιο της για την καθημερινή σιέστα.

Κάθισα στο τραπέζι κι έτρωγα ανόρεκτα και μηχανικά. Άνοιξα την εφημερίδα και το μάτι μου έπεσε στις δηλώσεις του κεντρικού ευρωτραπεζίτη κ. Τρισέ με τίτλο «Πλέουμε σε αχαρτογράφητα ύδατα», λίγο παρακάτω ο Έλληνας υπουργός οικονομικών υποσχόταν «ήρεμα νερά”.

Ήταν προχωρημένος Ιούλιος, τέσσερις το απόγευμα. Πέταξα τα ρούχα μου κι μπήκα κάτω από το ντους. Αισθανόμουν σαν να ξεγελούσα την αποχαύνωση που έσφιγγε το λαιμό της Αθήνας.

Τι μέρα κι αυτή! Τι ιστορία! Θα τη θυμάμαι. Αν κάποτε τη διηγηθώ θα με κοιτούν περίεργα. Θα είναι όλα τόσο μακρινά… Τόσο ξένα….

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΙΜΑΣ

Read previous post:
Βυζαντινές διαδρομές στον νομό Καρδίτσας

Ο κάθε τόπος έζησε τις δικές του μοναδικές στιγμές, οπότε ο χρόνος αποτύπωσε ανεξίτηλα τα σημάδια του και άλλαξε τον...

Close