H ελεημοσύνη ανυψώθηκε σε μεγάλη αρετή εξ αιτίας του χαμηλού επιπέδου της εντιμότητας των ανθρώπων. Σααντί, 1210-1292, Πέρσης ποιητής

Γιατί ο Μητσοτάκης θα έφερνε την ακριβώς αντίθετη συμφωνία από τον Τσίπρα

Η κατάσταση σήμερα είναι δραματικά χειρότερη απ’ ότι πριν τρία χρόνια*. Όχι μόνο στο θέμα του χρέους, το οποίο πια δε λογίζεται βιώσιμο ούτε σε 100 χρόνια ενώ το 2014 προβλεπόταν να βρίσκεται κάτω από το 100% μέχρι το 2025, αλλά και σε κάθε πτυχή της ελληνικής οικονομίας, από τα χρέη στο δημόσιο, τα κόκκινα δάνεια, τις εκροές καταθέσεων, το ποσοστό φτωχοποιημένων και υπό πτώχευση Ελλήνων κλπ.

Έχω αφιερώσει πολλές αναλύσεις με σωρεία στοιχείων για να δείξω το θεαματικό μέγεθος της βλάβης στην οικονομία που έχει συντελεσθεί επί πρωθυπουργίας Αλέξη Τσίπρα. Έγραψα, επίσης, για το πώς η πρόσφατη συμφωνία στο Eurogroup είναι καταστροφική για τη χώρα, αφού τη δεσμεύει να πετύχει ένα πρωτοφανές ρεκόρ συσσώρευσης φόρων επί μισό αιώνα (τα πλεονάσματα είναι στο μεγαλύτερο βαθμό τους φόροι) για να πληρώνει το υπερδιογκωμένο χρέος αλλά και να μεταφέρει το όποιο πλεόνασμα ανάπτυξης, επίσης, στους δανειστές, κάνοντας τους για πρώτη φορά στην ιστορία (ούτε το 1821 δεν είχε συμβεί κάτι παρόμοιο), κυριολεκτικά, βασικούς μετόχους της χώρας.

Σε αυτήν την ανάλυση, ωστόσο, θέλω να γράψω με απλά λόγια, ποια ρεαλιστική συμφωνία θα μπορούσε, όντως, να βγάλει την Ελλάδα απ’ την κρίση και να εξηγήσω γιατί δεν την επιδίωξε ο κ. Τσίπρας αλλά γιατί και ακόμη και αν την επιδίωκε δε θα την πετύχαινε.

Ως γνωστόν, στην πρόσφατη συμφωνία η κυβέρνηση συμφώνησε σε πλεονάσματα 3.5% για πέντε χρόνια και 2% τουλάχιστον για άλλα 40. Η συμφωνία αυτή είναι στο μεγαλύτερο βαθμό της δημοσιονομική, βασιζόμενη στην είσπραξη φόρων. Θυμίζω πως η κυβέρνηση έχει ήδη ζητήσει και εξασφαλίσει τη δυνατότητα εάν παράξει ακόμη μεγαλύτερα πλεονάσματα του 3.5%, να τα διανείμει με «κοινωνικά» κριτήρια. Τα δύο παραπάνω, συνδυαστικά, μεταφράζονται σε συμφωνία για υποχρεωτική υπερφορολόγηση για τη χρηματοδότηση του χρέους και δυνητική πλεονάζουσα υπερφορολόγηση για τη χρηματοδότηση των ψηφοθηρικών παροχών της κυβέρνησης.

Δηλαδή, η κυβέρνηση χρηματοδοτεί το χρέος φορολογώντας εξαντλητικά το σύνολο των Ελλήνων και στη συνέχεια τους φορολογεί ξανά, για να έχει χρήματα να δώσει, για μία φορά και κατά πάσα πιθανότητα σε προεκλογική περίοδο, όπου εκείνη αποφασίσει, παρουσιάζοντας τον εαυτό της στο πανελλήνιο ως Ρομπέν των φτωχών ενώ στην πραγματικότητα ασκεί «κοινωνική πολιτική» με τα χρήματα των ταλαιπωρημένων και σε σημαντικό ποσοστό πτωχευμένων Ελλήνων.

Είναι αυτή η οικονομική πολιτικής της κυβέρνησης που οδήγησε στο υπερπλεόνασμα του 2016 και τη συντριβή της ανάπτυξης. Αποτέλεσμα το οποίο η κυβέρνηση πανηγύρισε και με το οποίο κατέβηκε στην διαπραγμάτευση διεκδικώντας και τελικά πετυχαίνοντας μία τραγική συμφωνία για την επανάληψη του ες αεί.

Τί διαφορετικό, λοιπόν, θα μπορούσε να έχει κάνει η κυβέρνηση στον τομέα της οικονομίας και ποια διαφορετική συμφωνία να έχει διεκδικήσει; Η απάντηση είναι τόσο ρεαλιστική όσο και απλή: Η κυβέρνηση έπρεπε να κάνει το ακριβώς αντίθετο απ’ ότι έκανε στην οικονομία και να διεκδικήσει την ακριβώς αντίθετη συμφωνία από αυτήν που έφερε.

Δηλαδή, αντί να επενδύσει στην υπερφορολόγηση και να παράξει ένα πλεόνασμα κοντά στο 4%, όταν ο επίσημος στόχος ήταν 0.5%, παγώνοντας την οικονομία και στερώντας περίπου 3% από την ανάπτυξη (θυμηθείτε τους πολλαπλασιαστές και το κακόφημο λάθος του ΔΝΤ για ποσοστό που κάθε 1 μονάδα επιπλέον πλεονασμάτων συρρικνώνει την οικονομία), θα έπρεπε να πετύχει το μικρό πλεόνασμα του στόχου, ήτοι 0.5% και να επιτρέψει, με ευνοϊκές για τις επενδύσεις και την παραγωγή πολιτικές, στα υπόλοιπα, 6, περίπου δισ. να στηρίξουν την ανάπτυξη.

Τότε, θα είχε καταρριφθεί εξ ορισμού το αίτημα Σόιμπλε για βιωσιμότητα του χρέους μέσω υψηλών πλεονασμάτων αλλά αυτό δε θα ενοχλούσε ιδιαίτερα αφού η κυβέρνηση θα είχε να επιδείξει ως μεγάλη της επιτυχία την επιστροφή σε υψηλή ανάπτυξη. Και με αυτήν ως βασικό διαπραγματευτικό χαρτί θα διεκδικούσε μία συμφωνία με μικρά πλεονάσματα της τάξης του 1.5% (όσο ζήτησε το ΔΝΤ), που θα ήταν ήδη τριπλάσια αυτού που θα είχε πετύχει το 2016 (κάτι που θα ικανοποιούσε τον Σόιμπλε), εξασφαλίζοντας έτσι το υπόλοιπο 2% (3,5% -1,5% = 2%) για να συνεχίσει να στηρίζει και να χρηματοδοτεί τις αναπτυξιακές της πολιτικές.

Και καθώς έτσι θα αύξανε πολύ τον παρονομαστή του κλάσματος χρέος / ΑΕΠ (δηλαδή θα προκαλούσε ανάπτυξη), το χρέος θα συρρικνωνόταν εξαιρετικά ταχύτερα απ’ ότι μέσω της πολιτικής πλεονασμάτων που αυξάνει τον αριθμητή και μειώνει τον παρονομαστή. Το αποτέλεσμα θα ήταν χρέος κοντά στο 100% του ΑΕΠ περίπου το 2026, όταν με την τρέχουσα συμφωνία το χρέος τοποθετείται πολύ επάνω από το 200% το 2060 και ακόμη και με πολύ γενναιόδωρα μέτρα ελάφρυνσης του (που είναι ιδιαίτερα αμφίβολο αν θα δοθούν) προβλέπεται να βρίσκεται πολύ επάνω από το 100% του ΑΕΠ μέχρι το 2060.

Εύκολα να τα λέει κανείς έξω απ’ το χορό, θα σκεφτεί κανείς, αλλά δύσκολο να τα κάνει. Και όμως, θυμίζω ότι η συμφωνία κυβέρνησης και δανειστών του 2014 περιλάμβανε υποχρέωση για πλεονάσματα 1.5% από το 2023 και μετά – δηλαδή όσο ακριβώς αναφέρεται παραπάνω – και αυτό όχι τυχαία, αφού όλες οι εκθέσεις του ΔΝΤ τοποθετούν σε αυτό το επίπεδο το ταβάνι ώστε η επίτευξη των πλεονασμάτων να έχει μεγάλο βαθμό εξασφάλισης και μικρό βαθμό αρνητικής επιρροής στην οικονομία. Θυμίζω, επίσης, ότι οι δανειστές είχαν ζητήσει από την κυβέρνηση Τσίπρα πλεονάσματα 0.5% και με αυτόν τον στόχο καταρτίστηκε ο προϋπολογισμός για το 2016 ο οποίος προέβλεπε ανάπτυξη 1.8% η οποία και χάθηκε.

Με απλά λόγια, ό,τι γράφω εδώ δεν είναι τίποτε παραπάνω από αυτά που, λίγο – πολύ θα γινόταν αν η κυβέρνηση επέλεγε περισσότερες πολιτικές ανάπτυξης και λιγότερες πλεονασμάτων, δηλαδή φορολόγησης, όπως ακριβώς η ίδια είχε δεσμευτεί να κάνει στον προϋπολογισμό για το 2016. Και τότε γιατί δεν το έκανε, θα ρωτήσει κανείς. Η ωμή αλλά απολύτως ειλικρινής απάντηση είναι τόσο γιατί δε θέλει όσο και γιατί δε μπορεί.

Η ιδεολογία της κυβέρνησης είναι άκρως αντιαναπτυξιακή. Στην ιδέα και μόνο πως θα έστρεφε χρήματα για τη χρηματοδότηση της παραγωγής και για τη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος για επενδύσεις παθαίνει αλλεργία. Γι’ αυτό και ενώ συμφώνησε στην παραγωγή των υπερπλεονασμάτων του 3.5%, ζήτησε το όποιο παραπάνω πλεόνασμα (!) να το μοιράζει όπως επιθυμεί, πάντα με «κοινωνικά κριτήρια».

Ποιο, λοιπόν, από τα εναπομείναντα «μεγάλα» κόμματα έχει την ακριβώς αντίθετη λογική από αυτήν της κυβέρνησης; Το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Γι’ αυτό και στο σενάριο που θα ήταν ο κ. Μητσοτάκης επικεφαλής της ελληνικής κυβέρνησης το 2015, είναι δεδομένο ότι θα είχε τηρηθεί το πνεύμα του προϋπολογισμού (που ο ΣΥΡΙΖΑ κατάρτισε και ψήφισε) για το 2016, θα είχε επιτευχθεί ο στόχος του 0.5% στο πλεόνασμα και θα είχε δοθεί χώρος στην οικονομία να αναπτυχθεί, μεταξύ 1.8% με 3%. Και τότε η συμφωνία με τους δανειστές θα ήταν στα πλαίσια αυτής που περιέγραψα νωρίτερα, που εξάλλου είναι σε πολλά σημεία παρόμοια με αυτήν του 2014.

Αναγνωρίζω ότι η παραπάνω πρόταση περιλαμβάνει ένα υποθετικό σενάριο. Όμως το σενάριο αυτό βασίζεται στους πραγματικούς στόχους που η ίδια η κυβέρνηση Τσίπρα είχε θέσει στον προϋπολογισμό του 2016. Δεν γράφω κάτι εντυπωσιακό ούτε υποστηρίζω κάτι αυθαίρετο. Με βάση τα όσα όλοι γνωρίζουν για τις πολιτικές που υποστηρίζει ο κ. Μητσοτάκης, η πιθανότητα να είχε τηρήσει το μείγμα πολιτικής του προϋπολογισμού του 2016, που στόχευε σε ανάπτυξη 1.8% του ΑΕΠ και πλεόνασμα 0.5%, είναι μακράν μεγαλύτερη από το να έκανε το αντίθετο.

Είναι, όμως, άραγε όλα αυτά άγνωστα στους Ευρωπαίους; Φυσικά και όχι. Είναι τόσο γνωστά που μόλις πριν λίγες ημέρες ο τέως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζοζέ- Μανουέλ Μπαρόζο ανέφερε ότι «σύμφωνα με την άποψη που επικρατεί στην Ευρώπη, η επόμενη κυβέρνηση στην Ελλάδα θα είναι υπέρ των μεταρρυθμίσεων, οπότε θα είναι θετική για την ανάπτυξη και το μέλλον της χώρας». Δηλαδή η παρούσα κυβέρνηση δεν είναι θετική για την ανάπτυξη – και με βάση τις επιδόσεις της πώς θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει το αντίθετο;

Όμως έστω ότι ο Αλέξης Τσίπρας ζητούσε μία συμφωνία με ισοζύγιο που να γέρνει περισσότερο προς την πλευρά της ανάπτυξης και λιγότερο προς τους φόρους. Θα του την έδιναν οι Ευρωπαίοι; Η απάντηση είναι «όχι» γιατί  – για όλους τους λόγους που είδαμε νωρίτερα – κανείς δεν εμπιστεύεται ότι έχει την ικανότητα ή τη θέληση να την υπηρετήσει.

Συμπερασματικά, όχι μόνο υπήρχε η δυνατότητα για μία καλύτερη συμφωνία αλλά και η προοπτική, ακόμη και ο προγραμματισμός για κάτι τέτοιο. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει η κυβέρνηση ήταν να πετύχει τους στόχους που η ίδια είχε θέσει. Έκανε το αντίθετο και έφερε την αντίθετη συμφωνία από αυτήν που έπρεπε.

Τόσο απλά.

 

* Μπορείτε να δείτε αναλυτικά στοιχεία στο άρθρο «Αυταπάτες και εξαπάτηση»

Analitis.gr

Πάνος Παναγιώτου*

*Ο Πάνος είναι αναλυτής και δημιουργός ρομποτικών συστημάτων ανάλυσης των χρηματιστηριακών αγορών. Το πιο πρόσφατο σύστημα του, με την εμπορική ονομασία DomiStock, υποστηρίζεται από την Reuters Financials, διατίθεται από την Innovative Market Technologies στις ΗΠΑ και σε 90 χώρες και επιλέχθηκε ως ο Ρομποτικός Σύμβουλος Αναφοράς σε διεθνή ερευνητική εργασία για τη διαδραστικότητα Ρομπο-Συμβούλων και Ιδιωτών Επενδυτών, στο τμήμα Χρηματοοικονομικής Μηχανικής (Financial Engineering) του πανεπιστημίου Columbia, στη Νέα Υόρκη, λαμβάνοντας εξαιρετικές κριτικές.

Αναλύσεις και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί, μεταξύ άλλων, στο Bloomberg, στον Economist, στο BBC, στο NHK (Ιαπωνία), σε πολλά ελληνικά ΜΜΕ και στις εγκυρότερες γερμανικές εφημερίδες. Είναι συχνός καλεσμένος σε πληθώρα οικονομικών τηλεοπτικών εκπομπών, έχει συνεργαστεί με την ιδιότητα του ως αναλυτής με την εκπομπή “Mega Σαββατοκύριακο” στο Mega Channel (2010-2011), με την εκπομπή του Γιώργου Αυτιά στον ΣΚΑΙ (2012-2015), ενώ είναι τακτικός καλεσμένος της εκπομπής του Γιώργου Παπαδάκη στον Ant1 (2016-2017) και στην κρατική τηλεόραση και το ραδιόφωνο (ΕΡΤ1 –  ΕΡΤ3).

Έχει κάνει έρευνα στην ενσωμάτωση της ποσοτικής ανάλυσης και μαθηματικών, στατιστικών και υπολογιστικών μοντέλων στην χρηματιστηριακή ανάλυση και έχει εκπαιδεύσει ιδιώτες και επαγγελματίες επενδυτές από όλο τον κόσμο.

Σπούδασε χρηματοοικονομικά μαθηματικά στο πανεπιστήμιο Portsmouth στην Αγγλία και νομική στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Είναι κάτοχος μίας σειράς πιστοποιήσεων / διπλωμάτων με εξ αποστάσεως εκπαίδευση και μεταξύ άλλων στη Χρηματοοικονομική Μηχανική και Διαχείριση Κινδύνων – Πανεπιστήμιο Κολούμπια, Αποτίμηση Περιουσιακών Στοιχείων – Πανεπιστήμιο του Σικάγο, Προηγμένες Στατιστικές – Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, Μακροοικονομετρική Πρόβλεψη – ΔΝΤ, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ανάλυση Εμπορικού Real Estate – Moody’s, Τραπεζικά Οικονομικά και Οικονομικά του Χρήματος – Πανεπιστήμιο Κολούμπια, Στατιστική για την Επιστήμη των Δεδομένων και την Ανάλυση – Πανεπιστήμιο Κολούμπια, Χρηματοπιστωτικές Αγορές – Πανεπιστήμιο Yale, Στατιστική Ανάλυση και Μαθηματική Βελτιστοποίηση – Πανεπιστήμιο MIT, Tεχνολογικό Iνστιτούτο Μασαχουσέτης.

Περισσότερα στη κατηγορία Ανάλυση Επικαιρότητας
Φιάσκο!!!

Τέτοιο φιάσκο δεν έχει ξαναγίνει! Τους «δουλεύουν» κανονικά. Κι εκείνοι με τη σειρά τους, προσπαθούν να «δουλέψουν» τους εμβρόντητους δικούς...

Close